Monday, November 2, 2015

Ιωάννα Καρυστιάνη: Το Φαράγγι



Το περίμενα πολύ αυτό το βιβλίο. Η Ιωάννα Καρυστιάνη έχει γίνει πια  για μας τους Ανδριώτες,  μέλος της οικογένειάς μας. Ζει εδώ, έρχεται στα σχολεία, μιλάει για όλα μαζί μας, υπέγραψε το σενάριο μιας ταινίας-σταθμού για το νησί μας. Αναρωτιόμουν αν αυτό τη βοηθάει ως συγγραφέα απέναντί μας. Αν αυτή η οικειότητα απομυθοποιεί την ιδιότητα του λογοτέχνη και διαμορφώνει πιο αυστηρά κριτήρια για το έργο της. Κάτι σαν... ουδείς προφήτης στον τόπο του. Περίμενα λοιπόν το βιβλίο να δω "τι ψάρια έπιασε" αυτή τη φορά η Ιωάννα και όταν το έπιασα στα χέρια μου και το ψαχούλεψα, τρόμαξα. Τι έχει κάνει; Μυθιστόρημα με 7 ήρωες; Σε λιγότερες από 300 σελίδες; Τι θα πρωτοπεί; Πώς θα διαγράψει την πορεία τόσων βασικών πρωταγωνιστών; Πώς θα τους φωτίσει αναδρομικά; Πόσο βαθιά θα διεισδύσει στις ζωές τους; Σαν να μην ήθελα να το ξεκινήσω. Σαν να φοβόμουν την απογοήτευση. Επιφυλακτικά το ξεκίνησα, δυσκολεύτηκα να προσανατολιστώ στην αρχή, χτύπαγα πάνω σε ονόματα και σχέσεις, έψαχνα για οδηγούς, οδοδείχτες, σήματα, να βρω την άκρη. Ώσπου με έβγαλε στο δρόμο, μαζί με τα 7 αδέρφια. Ένιωσα όπως όταν βγαίνω να περπατήσω-όπως το συνηθίζω- σιγά σιγά να βρίσκω το ρυθμό, να ζεσταίνομαι, να λύνομαι. Τα πρόσωπα γίνονταν όλο και πιο διακριτά, τα νήματα που τους έδεναν ξεχώριζαν μέσα στον αφηγηματικό ιστό σαν φωσφορίζουσες οδοσημάνσεις. Κι όλο και πιο βαθιά προχωρούσαμε, στο χρόνο, στις αλήθειες των ανθρώπων, στο σπαραγμό τους. Όλο και πιο πλατιά άνοιγε ο δρόμος και έπαιρνε μαζί του την ιστορία, το πρόσφατο παρελθόν, το σήμερα, το πιο "σημερινό" σήμερα που μπορεί να χωρέσει ένα βιβλίο. Η επικαιρότητα, ολόφρεσκη, σπαρακτική μετουσιώνεται σε λογοτεχνία μπροστά στα μάτια μας. Σαν εκείνους τους πίνακες που η ζωή αναβλύζει και διαχέεται έξω από το κάδρο τους. Στο μέλλον όταν θα προσπαθούν να καταλάβουν οι ερχόμενοι πώς ζήσαμε, πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς πορευόμαστε στα δύσβατα μονοπάτια που μας έλαχαν, θα βρουν μέσα στο Φαράγγι της Ιωάννας Καρυστιάνη κάποιες από τις πιο αληθινές απαντήσεις. 

Monday, June 1, 2015

Το ρόδο γλυκό



Όλα τα τριαντάφυλλα δεν είναι ίδια. Ο μικρός πρίγκιπας ας πούμε πίστευε ότι το τριαντάφυλλό του είναι μοναδικό στον κόσμο και πολύ στενοχωρέθηκε, όταν κατάλαβε ότι υπάρχουν κι άλλα σαν κι αυτό. Η αξία όμως ενός λουλουδιού δεν εξαρτάται μόνο από τη σπανιότητά του κι αυτό το κατάλαβε ο μικρός πρίγκιπας, συνειδητοποιώντας, με τη βοήθεια της αλεπούς, ότι το δικό του τριαντάφυλλο πήρε την αξία που του έδωσε η φροντίδα και η αγάπη του και έγινε μοναδικό στον κόσμο γι'αυτόν. Έτσι απ'όλα τα τριαντάφυλλα του κόσμου με τα σπάνια χρώματα και μεγέθη για μένα ξεχωρίζουν τα ρόδα., όπως λέμε εδώ τα εκατόφυλλα ή μαγιάτικα ή άγρια τριαντάφυλλα. Το άρωμά τους είναι μεθυστικό, αλλά το σχήμα τους είναι λιγότερο συμμετρικό και κάπως ακατάστατο. Σαν αχτένιστα αλητάκια είναι μπροστά στα άλλα τα κυριλέ. Και μαδάνε γρήγορα, δεν κρατάνε στο βάζο. Είναι σαν να ξέρουν τον αληθινό προορισμό τους που δεν είναι διακοσμητικός. Γιατί αυτά τα λουλούδια γίνονται ένα πολύ γευστικό και αρωματικό γλυκό του κουταλιού. Οι Χιώτες το λένε ροδοζάχαρη και εμείς οι Ανδριώτες ρόδο. Χρόνια είχαμε να το φτιάξουμε. Από τότε που πέθανε η γιαγιά η Ανεστασία τα ρόδα ξέκαναν και κανείς δεν τα αναζήτησε. Μπορεί και να την ακολούθησαν στο κηπάκι του άλλου κόσμου που φροντίζει. (Γιατί αν υπάρχει άλλος κόσμος, σίγουρα κάπου φροντίζει ένα κηπάκι του.) Πριν από δυο χρόνια μια καλή γειτόνισσα μου έφερε "ξεμοσκάλια" από τις τριανταφυλλιές της. Πιάσανε και θεριέψανε και φέτος μου έδωσαν άφθονα άνθη, για να φτιάξω γλυκό. Θυμήθηκα το "εργόχειρο": το μάδημα, το καθάρισμα, το τρίψιμο. Όλος ο κόσμος πάνω σ'ένα ροζ πεταλάκι, όλες οι έγνοιες συμπυκνωμένες σε μια ταπεινή φροντίδα του ελάχιστου. Αλάφρυνε πολύ ο κόσμος, μύρισε πολύ, γλύκανε, ημέρεψε. Το γλυκό πέτυχε, το χρώμα, το άρωμα, η γεύση. Ωστόσο, το ρόδο της γιαγιάς δεν το έφτασε.
Είναι ο χρόνος που ξόδεψα με την ανάμνησή του που το κάνει τόσο μοναδικό και αξεπέραστο, όπως θα έλεγε κι η Αλεπού.

Saturday, April 18, 2015

Στην Κορέα τότε και τώρα



Πώς να ήταν άραγε τότε εκεί στις αρχές του '50, όταν έφυγες από το νησί και πήγες φαντάρος; Πόσο μακριά ήταν τότε η Κορέα για σένα που σε στείλανε να πολεμήσεις "εθελοντής", για ιδέες αντίθετες από τις δικές σου; Ένας μήνας ταξίδι με το πλοίο; Κάθε πότε λάβαινες γράμμα από τη μάνα σου; Το ήξερες άραγε ότι έβγαζε τα ρούχα σου από τα συρτάρια και τα έδειχνε στη μελλοντική σου γυναίκα, που ήτανε μικρή και τα έβρισκε πολύ αστεία όλα αυτά; Άργησες πολύ να γυρίσεις. Μήνες νοσηλείας στα διάφορα νοσοκομεία. Λιώμα γύρισες από τον πόλεμο. Παντού στο σώμα σου σκάγια. Και να 'θελες δεν μπόρεσες ποτέ να ξεχάσεις. "Δεν είναι ο πόλεμος χαρές και ζήτω, όπως σας λένε τα βιβλία..."Δεν μίλαγες σχεδόν ποτέ γι' αυτά. Τα τελευταία χρόνια μάθαμε πως σώθηκες χάρη σε έναν κοντό λοχία από το Κατάκωλο, που σε κουβάλησε στην πλάτη ώρα πολλή. "Το Μήτσο το καλύτερο παιδί θ' αφήσουμε εδώ να πεθάνει;"


Τώρα είναι εκεί η Ανθή. Για τη δουλειά της πήγε, αλλά αμέσως έψαξε το Μουσείο Πολέμου. Όλο το πρωί στο Skype ήθελε μαθήματα ιστορίας να πάει έτοιμη. Τι να υπάρχει εκεί μέσα από σένα; Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, μια σημαία, ένα κομμάτι από την οβίδα που σε κτύπησε; Αυτή η μικρή χώρα που της έδωσες το αίμα σου, πρόκοψε και είναι μέσα στις πιο δυνατές του κόσμου. Το άλλο της μισό ένας πυρήνας σκληρός απροσπέλαστος, ένα απολίθωμα ιδεών που λάτρεψε η γενιά σου. Παράξενη δικαίωση αναδρομική για το χυμένο αίμα; Παράξενη εκδίκηση για τα χαμένα όνειρα των ανθρώπων; Δεν τα ξέρει αυτά η ιστορία. Δεν τα ξέρει αυτά η ζωή.

 Η ζωή ξέρει μόνο ένα κορίτσι που περπατάει στους δρόμους της Σεούλ και ρωτάει για ένα Μουσείο Πολέμου.