Saturday, July 28, 2012

Πότε θα πάτε για μπάνιο;



Καμιά φορά σκέπτομαι πως η συνήθεια του καλοκαιρινού μπάνιου στη θάλασσα είναι ξενόφερτη για το νησί μου.  Οι ντόπιοι, ιδίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, κάνουν, το πολύ, καμιά δεκαριά μπάνια και, το πιο συνηθισμένο, οι περισσότεροι έχουν να μπουν σ' αυτήν από τον καιρό που ήταν μικρά τα παιδιά τους. Ευτυχώς για κάποιους τα εγγόνια γίνονται η αιτία να ξαναμπούν ή τουλάχιστον να βρέξουν τα πόδια τους  στα ρηχά. Μερικοί όμως ακόμα κι έτσι παραμένουν στεγνοί, προσέχοντας τα μικρά καθισμένοι στον ίσκιο ενός δέντρου.
Πώς τα καταφέρνουν άραγε και δεν υποκύπτουν στο δροσερό της κάλεσμα μέσα στη φωτιά του καλοκαιριού; Εγώ ακόμη και το χειμώνα αν την κοιτάξω πολλή ώρα, με δυσκολία κρατιέμαι να μην πέσω μέσα και βγω "αρχαία". Ίσως της χρεώνουν χρόνια μοναχικά, γράμματα που δεν έλαβαν, αγκαλιές που δεν ήταν εκεί όταν τις είχαν ανάγκη. Ή μπορεί και να της κράτησαν κακία που τους ξερίζωσε από τη γη τους και τους ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου δεμένους με την ανάγκη της επιβίωσης. Κατά βάθος, αν και δεν το λένε, μας θεωρούν εμάς τους θαλασσόπληκτους, τουρίστες και ντόπιους, κάπως αργόσχολους ή παλαβούς που βουτάμε όλη μέρα στα νερά της: "Έίσαστε ξάδειοι εσείς!"

Οι περισσότεροι άνδρες ξέρουν κολύμπι, αν και έχω ακούσει ιστορίες για παλιούς ναυτικούς που δεν ήξεραν κι ας έζησαν μια ζωή μέσα στο βαπόρι. Αυτοί ίσως ήταν και οι πιο πιστοί στον Άη Νικόλα, μεγάλη η χάρη του. Οι γυναίκες όμως ξέρουν το πολύ πολύ να επιπλέουν λίγο στα ρηχά και γι' αυτό φοβούνται πολύ και μεταφέρουν και το φόβο τους στα παιδιά. Σε όλα σχεδόν τα μπάνια της παιδικής ηλικίας αγωνιζόμουν να απομακρυνθώ από τη μητρική αγκαλιά και τα ρηχά. Φόραγα σωσίβιο μέχρι τα 10 και μέχρι τα 25 δεν ξανοιγόμουν  χωρίς βατραχοπέδιλα. Η απελευθέρωση από αυτά ήταν η πιο σοβαρή επανάσταση που μου έτυχε και, αν και οφειλόταν σε "ξένη" επίδραση, ακόμα και τώρα με ταξιδεύει στα βαθιά. Με αόρατη πλοήγηση.


Θα ήθελα να τους βλέπω στη θάλασσα. Να γεμίσει η παραλία με αυτά τα ...αταίριαστα στη θερινή γραφικότητα σώματα. Σώματα που δεν υποδύονται μια πόζα τηλεοπτική που δεν ντρέπονται για τις ραγισματιές τους.  Να τα βλέπω να μπαίνουν έτσι δειλά και προσεκτικά στο νερό. Να αφήνονται στο βελούδινο σεντόνι του. Με μια ευλάβεια και μια ντροπή παράξενη.
Σαν να μην τους ανήκει αυτή η θάλασσα.
Σαν να είναι ξένοι στη δική τους παραλία.

Thursday, July 12, 2012

Ξεδιψώντας με ένα ποίημα





Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.




Αυτό το ποίημα, από το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, με είχε απασχολήσει ιδιαίτερα στην πτυχιακή μου εργασία. Γιατί και πώς δεν θυμάμαι πια. Από αυτό το ποτάμι δεν κράτησα τίποτα. Έτρεξαν και χάθηκαν όλα στα κενά της μνήμης, στα κενά αδηφάγων συρταριών και φακέλων που αποφασίζουν με δική τους πρωτοβουλία να χωνέψουν το περιεχόμενό τους και να μην παραδώσουν τίποτε σε επιλήσμονες. Για να ξεχάσεις, θα πει ότι δεν αξίζει να θυμάσαι.
Όμως αυτοί οι στίχοι δεν ξεχάστηκαν ποτέ. Διέτρεξαν όλο το χρόνο μαζί μου, μου παραστάθηκαν θέλοντας και μη, πότε φύλακες άγγελοι, πότε κέρβεροι αμείλικτοι.
Δεν με άφησαν να διψάσω. Ακόμα κι όταν ξεχνιόμουν σε ξέρες και ερήμους, κυνηγώντας ποιος ξέρει τι, μου έδειχναν προς την πηγή και με σκουντούσαν: πιες στραβάδι, διψάς!
Μα κι όταν φοβόμουν να βυθιστώ στο νερό, αυτή η παροδική αίσθηση άπνοιας  με τρόμαζε καμιά φορά, αγρίευαν και ζητούσαν το δίκιο τους: το ποτάμι περνάει, πέσε τώρα και πιες!
Και έπινα. Από μικρή είχα εξασκηθεί σ' αυτό. Τα μεσημέρια άφηνα να διψάσω πολύ και πήγαινα στη βρύση, στο ψινάρι,  και έπινα μέχρι σκασμού, χωρίς ανάσα. Καμιά φορά, διψούσα κι αναγκαστικά, στη διαδρομή από το σχολείο στο σπίτι, μια ώρα δρόμος μέσα στη ζέστη. Ποτέ δεν παίρναμε μαζί μας νερό τότε. Περιμέναμε να φτάσουμε στην πηγή.  Ήξερα πάντα να ξεδιψάω, αλλά αν δεν ήταν οι στίχοι, αυτή η παιδική γνώση δεν είχε καμιά ελπίδα να διασωθεί. Με τόσα ψυγεία και εμφιαλωμένα...
Πραγματικά νιώθω πως τους χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ, δεν ξέρω τι θα ήμουν χωρίς αυτούς τους στίχους. Μάλλον αυτό το πεύκο το άνυδρο θα ήμουν ή κανένα φρύγανο εδώ στα διάραχα.
Κι άντε τώρα σε τέτοιες ξεραΐλες που πέσαμε να γυρίσεις το ποτάμι πίσω. Ούτε το ίχνος του πια δεν βρίσκεις, ακόμα κι αν κυλάει δίπλα σου.
 Γιατί δεν είναι το δικό σου ποτάμι. 
Εκείνο που έτρεχε στα χέρια σου.


Wednesday, July 4, 2012

Στο μοδιστράδικο

Το μοδιστράδικο όπως το έζησα στα παιδικά μου χρόνια ήταν ένας μυστικός, αδιαπέραστος γυναικείος βιότοπος. Επικεφαλής η έμπειρη μοδίστρα, δίπλα της οι μαθήτριές της και συχνές επισκέπτριες, πελάτισσες και περαστικές. Με υπόκρουση τον ήχο μιας ποδοκίνητης σίνγκερ, χέρια κοριτσίστικα έκοβαν, έραβαν, καρφίτσωναν και την ίδια ώρα έπαιρναν κι έδιναν τα σχόλια για  τα καθέκαστα της μικρής κοινωνίας. Όταν ήμουν ήσυχη, με άφηναν να παίζω λίγο με τους θησαυρούς τους, πολύχρωμα μασουράκια, φιγουρίνια, σαπουνάκια σχεδίου, κουρελάκια που περίσσευαν και ωραία κουμπιά. Καμιά φορά, έβρισκαν χρόνο να μου ράψουν κάτι για τις κούκλες μου ή να μου δώσουν κι εμένα να ράψω. Αυτές οι κοπέλες, οι μαθήτριες της θεία- Ρένας, ήταν οι ζωντανές μου κούκλες. Καμάρωνα τα φουστάνια τους, θαύμαζα τα χτενίσματά τους, μα πιο πολύ την αξιοσύνη των χεριών τους. Θυμάμαι μερικά ονόματα: Ειρήνη, Μαρίκα, Βιολέττα. Όλες γιαγιάδες πια, μα τις κράτησα στη μνήμη με τόση καθαρότητα πολύ νέες, σχεδόν παιδιά,  που για μένα δεν θα γεράσουν ποτέ. Ακόμη και τις καστανιές θυμάμαι, τα σαχανάκια, όπως τα λέγαμε, με το φαΐ τους, που έφερναν μαζί γιατί έμεναν μακριά.
Ποτέ δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα έξω από αυτόν το μαγικό κόσμο. Ήταν που έκλεισε το μοδιστράδικο, όταν παντρεύτηκε η θεία- Ρένα, ή που πολύ νωρίς βγήκε το πόρισμα ότι το παιδί είναι για γράμματα; Μα τι σήμαινε "γράμματα" τότε;  Μπορούσαν να σε αποζημιώσουν τα γράμματα, αν δεν ήσουν άξια να βάλεις βελονιά; Σε καμία περίπτωση! Γι' αυτό θυμάμαι τη μόνιμη προτροπή της μάνας μου, ιδίως μπροστά σε κόσμο: "Άσε το βιβλίο πια και πιάσε το κέντημα, θα ζαβωθείς." Με το δίκιο της η κακομοίρα φρόντιζε να περισώσει το καλό μου όνομα, που κινδύνευε από το πολύ διάβασμα και το ελάχιστο ράψιμο. Έκανε ό,τι μπορούσε να μου μάθει τα βασικά: μου έφερε την Ελπίδα, μια μεγαλοκοπέλα, πολύ άξια, από το χωριό, αλλά την άφηνα σύξυλη και έφευγα από την άλλη πόρτα. Αργότερα ήθελε να με στείλει, ένα καλοκαίρι, σε μοδίστρα να μάθω, λέει,  να κάνω το στρίφωμά μου. Πού να ήξερε πόσο κινδύνευε από κάτι τέτοιο το όνομά μου στους κύκλους της αριστερής φοιτητικής νεολαίας που ανήκα! Είχα που είχα μια  ροπή προς τα πανηγύρια, αταίριαστη με τα μουσικά ήθη της εποχής, αν άκουγαν ότι μάθαινα και ράψιμο, θα με δούλευαν ψιλό γαζί και με το δίκιο τους.
Δεν ξέρω, τελικά, τι ήταν πιο επαναστατικό για μένα, το να μάθω ή να μη μάθω ράψιμο, πάντως αν δείξω στην κόρη μου το φορεματάκι που κόντυνα χθες, είμαι σίγουρη ότι πριν φύγει για μεταπτυχιακό, θα περάσει από το μοδιστράδικο της κυρίας Μίνας για θερινό σεμινάριο.