Tuesday, April 17, 2012

Η Κωνσταντίνα και το παιχνίδι της



Σε μια ήσυχη γωνιά του γυναικωνίτη- απολαμβάνοντας τη χαρμόσυνη θλίψη της ευαγγελικής αφήγησης, με κείνη τη ρέουσα, σφριγηλή γλώσσα που ακόμα κουβαλάει αναπαλλοτρίωτους θησαυρούς ποίησης και σοφίας και πλουτίζει τον καθημερινό μας λόγο- έγινα το παιχνίδι ενός μωρού. Μικρό κοριτσάκι, ζωηρό και ανήσυχο, τραβούσε από το χέρι τη μαμά του να φύγουν. Είχε βαρεθεί. Μετά το αναλάβαινε ο μπαμπάς. Από το ύψος της αγκαλιάς του ησύχαζε για λίγο, μα ξαναζητούσε τη μαμά και την ξανατραβούσε: "Πάμε!". Ώσπου συναντήθηκαν τα βλέμματά μας και έγινα το παιχνίδι της. Κρυβόταν και φανερωνόταν και μου έσκαγε ένα χαμόγελο, επιφυλακτικό στην αρχή, αλλά όσο ανταποκρινόμουν, γινόταν όλο και πιο θαρραλέο και διεκδικητικό. Έπαιρνε το χέρι μου, περιεργαζόταν τα νύχια, τα δάχτυλα, το δαχτυλίδι. Με τσιμπούσε λίγο να δει τι θα κάνω και όσο της έδειχνα ενδιαφέρον, τόσο με αντάμειβε με καινούρια κόλπα. Η μικρή σκανταλιάρα που με έκανε να βγω από την κατανυκτική ατμόσφαιρα και μου θύμισε ένα άλλο διαβολάκι που δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί ούτε μέσα στην εκκλησία, λέγεται Κωνσταντίνα. Της εύχομαι να δίνει πάντα αναστάσιμη χαρά και να θυμίζει στους μεγάλους ότι μπορούν να γίνονται ωραία παιχνίδια πότε πότε.