Saturday, February 27, 2010

Γιατί δεν απήργησα

Πάει καιρός, συνάδελφοι, που φωνάζω στις συνελεύσεις μας πως η μόνη "παράταξη" που με εκπροσωπεί στον κλάδο είναι αυτή των απεργοσπαστών, αμέτοχων, αποστασιοποιημένων συναδέλφων μου. Πάει καιρός που κάθε απεργία είναι ακόμα πιο ατελέσφορη από τις προηγούμενες, κάθε διεκδίκηση ακόμα πιο παρωχημένη και ουτοπική. Φτάσαμε στο σημείο που όχι μόνο δεν ανησυχεί κανένας, όταν απεργούμε, αλλά μας "παρακαλάνε" μέσω των συνδικαλιστών μας να δώσουμε το "κατιτίς" μας από τον μισθό μας απεργώντας, για να έχει λίγα λεφτά το κράτος να πληρώσει δώρα και συντάξεις, πάσχα και χριστούγεννα. Κάθε τόσο και ένα κεκτημένο χάνεται και ξέρουμε όλοι πολύ καλά ότι ακόμα κι αν απεργούσαμε όλη τη χρονιά, μέσα στις εξετάσεις, ακόμα κι αν υποβάλαμε ομαδικά τις παραιτήσεις μας, κανείς δεν θα θορυβούταν ούτε η όποια κυβέρνηση, ούτε η κοινωνία, οι...πελάτες μας. Στρατιές αδιόριστων συναδέλφων μας,που οργώνουν την Ελλάδα για 300 ευρώ, θα έσπευδαν να μας αντικαταστήσουν και αμισθί, προκειμένου να διοριστούν. Παράλληλα, οι πολίτες αυτής της χώρας που πληρώνουν δις στην παραπαιδεία, για να μάθουν στα παιδιά τους αυτά που δεν τους μαθαίνει το δημόσιο σχολείο, καθόλου πρόθυμοι δεν είναι να μας πληρώσουν περισσότερο μέσω της φορολογίας τους, για να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι κάνουμε κι εκείνοι να συνεχίσουν να ματώνουν οικονομικά, για να μάθουν γράμματα στα παιδιά τους.
Και εμείς επιμένουμε με τα ίδια εδώ και τριάντα χρόνια αιτήματα, με το κοινωνικό προφίλ του έντιμου και πένητα δασκάλου, που η πολιτεία του χρωστά ανταμοιβή για την προσφορά του.
Τώρα όμως το έργο άλλαξε, φτάσαμε ως κράτος ένα βήμα πριν τον γκρεμό. Αυτό το μαγαζί που μας πληρώνει- όχι οι τραπεζίτες, ούτε τα μονοπώλια- χρεοκοπεί, είναι με την πλάτη στον τοίχο και εμείς ζητάμε αυξήσεις! Να τα πάρει από τους τραπεζίτες, από τους κλέφτες, από το θεό τον ίδιο και να μας τα δώσει. Να γίνει αύριο σοσιαλισμός να δημεύσουμε κεφάλαιο και ιδιωτικές περιουσίες, για να χρηματοδοτήσουμε τις αυξήσεις μας. Πανεύκολο.
Και δεν συνειδητοποιούμε ότι ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος, και τώρα δεν έχουμε, για να αναδιανεμηθεί ο πλούτος χρειάζεται χρόνος, νόμοι, μηχανισμοί είσπραξης,παραγωγικότητα,πολιτική βούληση, δεν μπορούμε απλώς να βάλουμε το χέρι σε ξένο κορβανά και να κάνουμε αναλήψεις!
Είναι φανερό ότι αυτή η οικονομική κρίση είναι μια καλή αφορμή να βρεθούν οι εργαζόμενοι σε δυσμενέστερη θέση,να πέσει το κόστος εργασίας, να κερδοσκοπήσει το κεφάλαιο περισσότερο. Αυτό όμως δεν αντιμετωπίζεται με συντεχνιακές διεκδικήσεις εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Οι γονείς των μαθητών μας που δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι αντιμετωπίζουν την ανεργία και τη φτώχεια πολύ περισσότερο από μας και δεν ενθουσιάζονται καθόλου με την ιδέα ότι εμείς διεκδικούμε αυξήσεις, τη στιγμή που οι ίδιοι διεκδικούν την επιβίωσή τους. Άλλωστε οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως σ' αυτή την οδυνηρή συγκυρία ο λαός σε συντριπτική πλειοψηφία στηρίζει τις επιλογές της κυβέρνησης. Παραπλανημένοι από την προπαγάνδα είναι όλοι και μόνο εμείς γνωρίζουμε την αλήθεια;
Πολλοί συνάδελφοι τα βλέπουν όλα αυτά και λένε,μα δεν θα αντιδράσουμε καθόλου; Θα μας τα πάρουν όλα και δεν θα κουνηθούμε; Θα σκύψουμε το σβέρκο να μας σφάξουν;
Δεν έχουν καταλάβει ότι αυτή τη στιγμή η "αντίδρασή" μας είναι σκέτη εικονική πραγματικότητα, κανείς δεν ασχολείται, κανένας δεν πιέζεται από αυτήν.
Και η αξιοπρέπειά μας ως δασκάλων, ως πολιτών;
Ωραίο ερώτημα!
Αυτή λοιπόν θα ανακτηθεί, για μένα, μόνο αν αντιδράσουμε με πραγματική αλληλεγγύη προς την κοινωνία, με σεβασμό για τους μαθητές μας και τις οικογένειές τους, με επίγνωση του ρόλου μας, πέρα από κεκτημένα και...πεπατημένες τακτικές.
Φαντασία, υπέρβαση, ευρηματικότητα, χρειαζόμαστε. Κοινώς, να κάτσουμε ως κλάδος να επεξεργαστούμε ιδέες και λύσεις έξω από τα ειωθότα,ανάλογες με τον επιστημονικό και παιδαγωγικό μας εξοπλισμό και αντάξιές του, για να ξεφύγουμε από αυτό το φαύλο κύκλο της αναποτελεσματικής και αδιέξοδης αντίδρασης.
Μια ιδέα (θα μπορούσαν να βρεθούν χίλιες καλύτερες, αν αποφασίζαμε να ξεφύγουμε από τα "αιτήματα"): Να φτιάξουμε για μια βδομάδα, κι ενώ θα απεργούμε, το σχολείο που ονειρευόμαστε και να το δείξουμε στην κοινωνία. Να, τι μπορούμε να κάνουμε. Να, τι δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε. Να, τι μπορούμε να κάνουμε, χωρίς την ασφυκτική γραφειοκρατική αγκαλιά του κράτους. Πώς μπορούμε πραγματικά να ασχοληθούμε με τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των μαθητών μας; Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από τη διδακτέα και να πάμε σε αυτό που αξίζει να διδαχθεί; Πώς να ανοίξουμε τις κλειστές πόρτες μας, στην τέχνη, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό, στην επιστήμη, στη σκέψη;
Μπορούμε να κάνουμε την κοινωνία να θέλει να πληρώσει ένα σχολείο κυψέλη γνώσης και μόρφωσης; Να θέλει να αγωνιστεί μαζί μας για ένα τέτοιο σχολείο;
Ξέρουμε; Μπορούμε; Θέλουμε;
Τότε μόνο μπορούμε να ζητήσουμε και να λάβουμε, ακόμα και στις χειρότερες οικονομικές συνθήκες. Γιατί μόνο τότε θα πειστεί η κοινωνία πως είμαστε το όχημα για να μην υπάρχουν αυτές οι συνθήκες στο μέλλον. Μόνο τότε θα διεκδικούμε χρήματα ως δάσκαλοι και όχι ως δημόσιοι υπάλληλοι.
Είμαι σίγουρη, συνάδελφοι, πως θα βρείτε πολλοί από σας ηττοπαθή και ουτοπιστική συγχρόνως τη στάση μου, όμως αν στ' αλήθεια αποφασίζαμε να ξυπνήσουμε τον κοιμισμένο γίγαντα της εκπαίδευσης, τους άξιους και εμπνευσμένους δασκάλους,που περνούν απαρατήρητοι δίπλα στο θόρυβο των φωνασκούντων, αν τους δίναμε βήμα και ρόλο στη χάραξη συνδικαλιστικής και εκπαιδευτικής πορείας, θα βλέπαμε να ανθίζει δίπλα στην ξύλινη και άγονη συνδικαλιστική και κομματική γλώσσα, ο πραγματικός λόγος της παιδείας που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. (Δεν είναι τυχαίο που μια Στέλλα Πρωτονοταρίου ταρακούνησε τα λιμνάζοντα ύδατα της εκπαίδευσης όσο 20 χρόνια συνδικαλιστικοί αγώνες και βρέθηκε να πολεμάει σε ένα μετερίζι- terra incognita- για τα "αιτήματα" του κλάδου μας.)
Εμπρός λοιπόν στο δρόμο που χάραξε η Στέλλα Πρωτονοταρίου. Κάθε άλλη οδός είναι οπισθοδρόμηση.

Tuesday, February 23, 2010

Επίσκεψη στο παλιό μου σχολείο


Έχει περάσει αρκετός καιρός (πάνω από μήνας;) που επισκέφτηκα το παλιό μου σχολείο στην Αθήνα. Πήγαινα με το χτυποκάρδι της συνάντησης με μια παλιά αγάπη, παλιά και αξέχαστη.
Δεν μου άφησε χρόνο αρκετό να "ετοιμαστώ" ο Άρης που με βρήκε στο δρόμο, πριν φτάσω, και μου μίλησε σαν να ήταν μια συνηθισμένη μέρα, μια μέρα από αυτές που συναντιόμασταν κάθε πρωί και χωρίζαμε κάθε μεσημέρι, δίνοντάς μου για στο σπίτι το πιο φρέσκο ανέκδοτο της πόλης, να χορτάσω γέλιο και να μοιράσω και στους γείτονες.
Το δικό του "εύκολο" καλωσόρισμα δεν με προετοίμασε καθόλου καλά για τη συνέχεια. Δέχτηκα μια τόσο συντονισμένη και τόσο καταιγιστική επίθεση ανοιχτής αγκαλιάς, που χρειάστηκα αυτό το μήνα και βάλε, για να "αναρρώσω" και να μπορέσω να μιλήσω μετρημένα γι' αυτό. Αν μπορέσω...
Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο φυλλομέτρησα πάλι τις ίδιες σελίδες μιας πεντάχρονης "συγγραφής". Όλα τα περιεχόμενα ανοιχτά. Η συνύπαρξη, η συγγένεια, η συνάφεια, η συγκίνηση. Όλα ανεξίτηλα, το γέλιο, το αστείο, το πείραγμα, το νοιάξιμο, το δάκρυ.
Σε ένα απρόσωπο μεγάλο σχολικό κτίριο της πρωτεύουσας, όλα τα πρόσωπα μαζί της δικής μου υπαρκτής ουτοπίας. Οι δικοί μου Συνάδελφοι. Για πάντα.
Και μετά τα παιδιά. Είναι πιο εύκολο να αποχωρίζεσαι τα παιδιά. Αυτό εξασκούμαστε να κάνουμε μια ζωή ολόκληρη. Αυτό είναι το δικό μας το στοίχημα, να τα δούμε να ανοίγουν δυνατά φτερά.
Εκείνη τη μέρα όμως έτσι όπως με τριγύρισαν στην αυλή, τόσο ίδια και τόσο αλλαγμένα συγχρόνως, ένιωσα πως έχασα πολλά από το μεγάλωμά τους, πως θα ήθελα να ξέρω τόσα για τον καθένα τους που δεν προλάβαινα πια να ρωτήσω. Μόνο λίγα λόγια και πιο πολλά βλέμματα. Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή η γλώσσα που δεν την έμαθαν στο δικό μου μάθημα.
Τις τελευταίες μέρες έχω στο μυαλό μου πολύ όσους δεν είδα, όσους έλειπαν εκείνη τη μέρα ή έχουν φύγει κι αυτοί. Για μένα είναι όλοι παρόντες όταν "μπαίνω" στο γραφείο και "κάθομαι" εκεί απέναντι στην πόρτα για να έχω καλή θέα σε όλο το χώρο.
Γιατί αυτή την καλή θέα δεν θα τη χάσω ποτέ από τα μάτια μου.

Sunday, February 21, 2010

Δώρο Γενεθλίων


Μάγια μου 'χεις καμωμένα...
Τι τραγούδι κι αυτό!
Κασέτα, κόκκινο αλφασούντ, Υμηττός, Καισαριανή, Λυκαβηττός, θερινά σινεμά, κατασκηνώσεις και κυνηγετικές εξορμήσεις με την παρέα.
Μάγια μου'χεις καμωμένα...
Πόσα μάγια χρειάζονται για να ενωθεί το νερό με την στέρεα γη, η ποίηση με τους αριθμούς, το βιολί με το κλαρίνο;
Μάγια μου 'χεις καμωμένα...
Κόκκινος συναγερμός όταν "ξεχάστηκε" αυτό το τραγούδι. Κάτι σαν σύμβολο πίστεως μιας θρησκείας για δύο πιστούς.
Μάγια μου 'χεις καμωμένα...
Κι όταν πια οι αιρέσεις και τα σχίσματα ηττήθηκαν κατά κράτος, βγήκαν οι παλιοί πιστοί με τα σταυρουδάκια και προσκύνησαν τα ίδια πολυφίλητα είδωλα.
Μάγια μου 'χεις καμωμένα...
Ναι, η μαγεία είναι πολύ ανθεκτικό είδος τελικά.

Friday, February 19, 2010

Το παραμύθι που δεν το πιστεύουνε


Αφιερωμένο εξαιρετικά σε κείνον που του αρέσουν τα παραμύθια μου

Αυτό το παραμύθι δεν το πιστεύουνε, γιατί είναι το πιο αληθινό απ'όλα. Δεν παραπονιέται όμως, γιατί ξέρει ότι είναι το μόνο μέρος που μπορεί να κρύψει την αλήθεια να μην τη λερώσουν με ψέματα.
Πώς αρχίζει; Μα φυσικά όπως όλα τα άλλα:
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια όμορφη χωριατοπούλα ροδομάγουλη και σερπετή, που ήθελε να βρει το βασιλόπουλό της να παντρευτεί. Κι επειδή στο μικρό της χωριό δεν είχε βασιλόπουλα ούτε για δείγμα, είπε να πάει σε μια μεγάλη εκκλησιά να παρακαλέσει την παναγιά να της στείλει ένα βασιλόπουλο από τα βρισκούμενα, να την κάνει κυρά κι αρχόντισσα.Η παναγιά έψαξε, αλλά βασιλόπουλο δεν είχε και της έστειλε έναν σοφό δικαστή. Ο δικαστής, την είδε και την αγάπησε πριν προλάβει να βγει καλά καλά από την εκκλησία και την παντρεύτηκε με δόξες και τιμές.
Από μια τέτοια ευλογημένη ένωση δεν θα μπορούσε παρά να γεννηθεί ένα ξεχωριστό παιδί.
Ένα παιδί που κληρονόμησε τη σοφία και τη γνώση του πατέρα, αλλά κι όλα τα δώρα του μικρού χωριού της μάνας. Θεόρατους καλόκαρδους συγγενείς, σπίτια σκιερά στα καλοκαιρινά μεσημέρια, χαρούμενα γέλια όμορφων γυναικών και κοριτσιών στην αυλή, καρπούς της γης και γάλα άφθονο που του έδιναν να το πίνει για να γίνει δυνατό και γενναίο παλικάρι.
Και μόλις έγινε έτσι όπως τον ήθελαν, ήσυχος δεν κάθισε ποτέ. Ταξίδεψε πολύ και γνώρισε σοφούς ανθρώπους και όμορφες χώρες. Αγάπησε τα έργα των ανθρώπων και τις γλώσσες τους, γέμισε την ψυχή του με τόση ομορφιά και τόση γνώση, που δεν ήξερε τι να τα κάνει. Τότε τον βρήκε ο έρωτας και ήταν το πιο μεγάλο και το πιο μακρινό του ταξίδι. Χάθηκε στους δρόμους του, έστησε το σπιτικό του στην αγκαλιά του, και πορεύονταν ευτυχισμένος άνθρωπος με τη φαμίλια του και το έχει του.
Και τώρα ήρθε η ώρα για το ζήσανε αυτοί καλά;
Αμ' δε! Ξανά μανά απ' την αρχή, κόκκινη κλωστή δεμένη...γιατί ξανάρχισε το παραμύθι ή μάλλον δεν τέλειωσε ποτέ.
Μια μέρα που ο γιος του δικαστή είχε πάει στη δουλειά του, ήρθε και τον βρήκε ένας λαός κατατρεγμένος, ένας λαός χωρίς πατρίδα, χωρίς κονάκι και σπιτικό. Κι αυτός χωρίς να φοβηθεί, άφησε την ήρεμη ζωή του, πήρε το γυλιό του στρατιώτη κι ακολούθησε το λαό χωρίς πατρίδα σε μια μακρινή πορεία μέσα σε ερήμους και στρατόπεδα, μέσα σε βομβαρδισμούς και γκρεμισμένες πόλεις, μέσα σε νεκρά παιδιά και απελπισμένες μάνες, δίπλα σε γενναίους πολεμιστές που τού 'γιναν αδέλφια και σύντροφοι.
Πολύ δρόμο έκανε ο γιος του δικαστή και της χωριατοπούλας και πολλά καζάντισε η ψυχή του σ' αυτή τη στράτα. Μπορείς αν θέλεις και τώρα να δεις τα καζάντια του, αν τον κοιτάξεις στα μάτια. Γιατί εκεί κρύβεται πάντα ο πλούτος που κερδίζει η ψυχή στο ταξίδι της.

Wednesday, February 17, 2010

Ονειρεύομαι τους φίλους μου


Ξυπνώ και έχω μαζί μου ένα όνειρο. Ήμασταν, λέει, σε μια πόλη, δίπλα στη θάλασσα και μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Κάθε δωμάτιο είχε διαφορετικό χρώμα και μπορούσες να πηγαίνεις σε όποιο ήθελες, ανάλογα με τα κέφια σου. Αν ήθελες λύρες και μουσικές ωραίες και ατελείωτα γέλια και πειράγματα, πήγαινες στο γαλάζιο. Αν τραβούσε η ψυχή σου να στολιστεί με πετράδια πολύτιμα, να γίνει αβάσταχτα όμορφη και μαγευτική, πήγαινες στο κόκκινο. Αν πάλι ήθελες λίγα σοφά λόγια, πολλά βιβλία, και δύναμη να ξανακτίσεις τον κόσμο από την αρχή, πήγαινες στο πράσινο. Μα,αν ήθελες να ξαναγίνεις ανέμελο παιδί και να τρέξεις πίσω από ένα τόπι ένα απόγευμα Κυριακής, έπρεπε να πας στο πορτοκαλί δωμάτιο χωρίς δεύτερη σκέψη. Ε, ακόμα κι αν ήθελες μια ζεστή πετρούλα να ακουμπήσεις δίπλα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα σα ναυαγός, είχαμε το καφετί, μην το ξεχνάμε που είναι και παραπονιάρικο.
Εντάξει οι...πανέμορφες νεράιδες μπορούν να κάνουν πανέμορφα όνειρα, αλλά για να πραγματοποιηθούν χρειάζονται και λίγη βοήθεια από τους φίλους τους!

ΥΓ: Για όσους δυσκολεύονται με χρώματα και αποχρώσεις, δείτε εδώ και εδώ

Thursday, February 11, 2010

Το αληθινό μου όνομα


Προχθές το βράδυ ήρθε και με βρήκε το αληθινό μου όνομα: Ανεστασία. Με ένα γραμματάκι ήρθε, ενός που ξέρει από αληθινά ονόματα. Είχα μπερδευτεί με αυτά τα άλλα τα "ψεύτικα", Τασούλα όσων με ξέρουν από παιδί, Τασία όσων με γνώρισαν από σχολεία και σχολές, Αναστασία, το καλό μου, το επίσημο.
Έτσι τη λέγανε τη γιαγιά μου και αυτό το ε στη θέση του α, την ανέστησε με όλο της το όνομα, έτσι φουριόζα και ακούραστη, να μοσχομυρίζει ο ίδρος της θυμάρι, με ένα δεμάτι ξυλαράκια αγκαλιά, με το πάνινο τσουβαλάκι γεμάτο χόρτα και μανίτες. Όχι όλα, άσε λίγα να 'χουμε και του χρόνου. Μ' πήρες το όνομα, να μ' πάρεις και τη χάρη.
Εγώ δεν φοβήθηκα του Σταύρου το μαχαίρι, οι άντρες κρυφτήκανε, κυνηγούσε να σκοτώσει τη γυναίκα του, έκανε κακό μεθύσι κι όρμηξα εγώ και τ' πήρα το μαχαίρι, έδωσα μια και το 'ριξα κάτω στ' Απούτι και μετά με χτύπαε μ' ένα ρολόι στο κεφάλι να με σκοτώσει και μου 'κανε αίματα.
Η αφθονία της ζωής της ένα τραπέζι γιορτινό, το ανέκδοτο των παλιόπαιδων εγγονών της, που τη ρώταγαν κάθε φορά: "-Πόσοι λαοί έπαιξε, γιαγιά ο παππούς;" κι άρχιζε αγνοώντας τα γέλια τους: "-Δε με πιστεύ'τε βρε, εφτά λαοί έπαιξε μια φορά για τη γιορτή τ', δυο μέρες έγδερνα και μαγείρευα."
Και μαγείρευε...
Πώς να τελειώσουν αυτά τα μαγειρέματα. Άδειαζαν οι πιατέλες με τις πατάτες της, πριν καλά καλά φτάσουν στο τραπέζι. Λες και ξέραμε πως θα χάσουμε μαζί με κείνη κι αυτές. Για πάντα.
Κι εμείς τι της δίναμε; Μια ποδιά φερμένη από την Κρήτη που σπούδαζε ο Γιώργος. Και λουκούμια τριαντάφυλλο. Πάντα ψάχνω για λουκούμια τριαντάφυλλο όπου και να πάω και ποτέ δεν αγοράζω. Αρκεί που ψάχνω.
Και το τσ'παράκι της χώρεσε μέσα σ'αυτό το όνομα, και βγήκε από το γράμμα ε μια μικρογραφία περιβολιού,μια μικρή σκιερή αμασιά, δίπλα στο ρέμα, με όλα τα καλά της γης μας χαϊδεμένα από τα χέρια της σα μωρά στην κούνια.
Ανεστασία. Καθόλου δεν πρόδινε αυτό το όνομα την αδυναμία του, μόνο τη δύναμη άφηνε να φανεί και όλοι θα μέναμε σ' αυτή, αν δεν της είχε πέσει το μαντίλι. 30 χρόνια μετά το θάνατό του, η φωτογραφία του παππού στα νιάτα του τυλιγμένη στο μαντίλι. Ντράπηκε, δεν είχε πει τίποτα. Ελπίζω κι εμείς. Δεν θυμάμαι...
Να σου πάρω και τη χάρη.
Και το όνομα.
Ανεστασία, αυτό είναι το όνομά μου.

Monday, February 8, 2010

Το άρωμα της ενοχής.


Τα ζιμπούλια ήταν πάντα το πιο περιζήτητο αγριολούλουδο. Ποτέ δεν ήταν άφθονα, ούτε κράταγαν πολύ. Όποιος προλάβαινε τα έκοβε και οι άλλοι έμεναν με τον καημό. Κάποτε ένας σκέφθηκε να τα κόβουμε με τη σειρά. Μια βδομάδα ο ένας, μια ο άλλος. Κάποιος- Ποιος; Όχι εγώ, πάντως- πήγε εκτός σειράς και τα έκοψε. Έφυγε λίγο νωρίτερα από το σχολείο και όταν φτάσαμε στις ζιμπουλιές, είχε πετάξει το πουλάκι. Πόσο βαριά το είχα πάρει! Κι ας μην ήταν η δική μου η σειρά να τα κόψω. Μα, να πατήσει τη συμφωνία; Πώς τον είχαμε τιμωρήσει; Δεν θυμάμαι να είχαμε κάνει και τίποτα. Σαν να το περιμέναμε πως κάποιος θα τόλμαγε να παραβιάσει τη συμφωνία, σαν να ξέραμε ήδη παιδιά- πράματα πως οι συμφωνίες είναι για όσους μπορούν να αντιστέκονται σε αρώματα και χρώματα και τρυφερούς μίσχους. Σαν να ξέραμε πως δυο λογιών ανθρώποι υπάρχουνε, αυτοί που αντλούν χαρά πηγαίνοντας με τους άλλους, με τους κανόνες και τις συμφωνίες κι οι άλλοι οι ανένταχτοι, που χαίρονται την ανυπακοή και τη ζαβολιά. Δεν θυμάμαι να ζήλευα τόσο τα ζιμπούλια όσο αυτή την αποκοτιά που δεν μπορούσα ποτέ να έχω.
Προχθές που βρήκα μια ζιμπουλιά γεμάτη, καθώς έκοβα, μια μικρή ενοχή από πολύ παλιά μπλέχτηκε με το μεθυστικό άρωμα: "Είναι άραγε η σειρά μου;"

Friday, February 5, 2010

Η Αποκριά που χάθηκε στα καρναβάλια


Τώρα που γιορτάστηκε κι αυτή η Αποκριά με καρναβάλια και ξεφαντώματα, ας γυρίσουμε λίγο στα παλιά να θυμηθούμε πώς γιορτάζαμε εδώ στο Κόρθι, πριν από μια εικοσαετία περίπου. Γιατί εδώ η Αποκριά δυτικού τύπου με στολές και άρματα είναι νεόφερτο έθιμο.
Τι ήταν λοιπόν αυτό το δικό μας καρναβάλι και πού χάθηκε;
Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια διασώζονταν πολλά από τα αυθεντικά στοιχεία της παράδοσης, όπως οι μούσκαροι, οι δικοί μας μασκαράδες. Σε τι διέφεραν από τους μεταμφιεσμένους δυτικού τύπου; Μα, πρώτα απ' όλα δεν φορούσαν στολές, ντύνονταν για να μην αναγνωρίζονται, κάλυπταν πρόσωπα, χέρια, σουλούπι, μόνο τα μάτια μπορούσαν να σε προδώσουν. Σε καμιά περίπτωση δεν είχες δικαίωμα να ξεμασκαρέψεις μουσκαρά, άσε που ήταν πάντα οπλισμένοι με ραβδιά και θα σε μαύριζαν στο ξύλο, αν επιχειρούσες κάτι τέτοιο. Μετά, οι μούσκαροι δεν ήταν καθωσπρέπει, ήταν "άσεμνοι", οι γυναίκες ντύνονταν άνδρες με...ποικίλες φαλλικές υποδηλώσεις, οι άνδρες γυναίκες, με κανέναν σεβασμό προς την αρρενωπότητά τους, αντίθετα με κάθε διάθεση να παραπλανήσουν και να αποπλανήσουν τους ομόφυλούς τους. Αυτά που έλεγαν και έκαναν καθόλου δεν ταίριαζαν με τη συνήθη συντηρητική συμπεριφορά ανδρών και γυναικών και θυμάμαι πόσο παράξενοι μου φαίνονταν, όταν ήμουν μικρή, οι δικοί μου άνθρωποι που μόλις ντύνονταν μεταλλάσσονταν, γίνονταν άλλοι, χειρονομούσαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, έπιναν, και με τρόμαζαν με το άγριο κέφι τους. (Αυτές τις φιγούρες τις ξαναείδα σε μια καλή παράσταση στην Επίδαυρο, στις Βάκχες του Ευριπίδη.)
Και οι άλλοι όμως δεν φέρονταν καθωσπρέπει στους μουσκαράδες. Δεν δίσταζαν να τους πουν τα ακατανόμαστα, να τους κάνουν χειρονομίες που σε άλλη περίπτωση θα προκαλούσαν σοβαρές παρεξηγήσεις, αλλά τώρα, το πολύ πολύ να εισέπρατταν καμιά ραβδιά.
Αν σου χτυπούσαν οι μούσκαροι και δεν άνοιγες, όλοι θα σε σχολίαζαν αρνητικά κι ακόμα έπρεπε και να τους κεράσεις και να χορέψεις μαζί τους και να μη δυσανασχετήσεις με τα άσεμνα πειράγματά τους και τις μικροακαταστασίες που θα σου έκαναν. Και κυρίως να μην προσπαθήσεις να τους αποκαλύψεις, ακόμα κι αν τους είχες γνωρίσει. Κυκλοφορούσαν συνήθως τα βράδια, παρέες παρέες, και πήγαιναν παντού, σε γιορτές, βεγγέρες, πανηγύρια, φτιαξίματα, αρραβώνες, γάμους. Ήταν κι ένας τρόπος να πάνε παντού ακάλεστοι και να διασκεδάσουν.
Αξέχαστο περιστατικό που κατέγραψα απαρατήρητη, όταν ήμουν πολύ μικρή, ήταν ένα αποκριάτικο δρώμενο γυναικών. Στη μέση στο πάτωμα ένα ταψί και μέσα έμπαινε μία μία γυναίκα μεθυσμένη, σήκωνε τα ρούχα της και τραγουδούσε με το χορό των υπολοίπων τραγούδια με βωμολοχικό περιεχόμενο, όπως αυτά που διέσωσε η εξαιρετική Δόμνα Σαμίου. Μόλις βέβαια με πήραν είδηση, με απομάκρυναν άρον άρον και ποτέ στα επόμενα χρόνια δεν κατάφερα να δω ή να μάθω κάτι παρόμοιο. Ίσως ήμουν αυτόπτης μάρτυρας σε ένα από τα τελευταία διονυσιακά δρώμενα του νησιού μου.
Θυμάμαι πάντως τη γιαγιά μου τέτοιες μέρες να λέει στις κόρες της αυστηρά: "Μωρ' σεις πετ'νομαρούσες, μη μεθύστε και δείξτε το βρακί σας" Ήταν κοινό μυστικό λοιπόν ότι το γυναικείο "πιόμα" μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή, καθώς και οι... παρενέργειές του.
Θυμάμαι πάντως και το σεβασμό των ανδρών στις μεθυσμένες γυναίκες τους. Όταν τις έβρισκαν με την παρέα τους στο κέφι, διασκέδαζαν μαζί τους, τις χόρευαν, έπιναν κι αυτοί και τέλος τις έπαιρναν για το σπίτι ευτυχείς. Θυμάμαι μια τέτοια...διανομή κατ' οίκον είχε γίνει τα τελευταία χρόνια με το αγροτικό του γείτονά μου του μπάρμπα Γιώρη του Μανέτα, μετά από ένα γυναικείο πιόμα στο κονάκι μας.
Αυτό λοιπόν που δεν κατάφεραν 20 αιώνες χριστιανισμού, να εξαλειφθεί το διονυσιακό στοιχείο από τα έθιμά μας, το κατάφερε μέσα σε μια εικοσαετία ο σύγχρονος τρόπος ζωής, φέρνοντας το δυτικό καρναβάλι μέσα από την τηλεόραση και τις αντίστοιχες διοργανώσεις, μα κυρίως κλείνοντας τις πόρτες των σπιτιών σε "άσεμνους" και "ασύδοτους" μυστικούς θιάσους.
Υ Γ (3-3-2014)
Η αλήθεια είναι πως ξαναδιαβάζοντας αυτή την ανάρτηση, για να την αναδημοσιεύσω, οφείλω να παραδεχτώ ότι ακόμα διασώζονται οι μούσκαροι που ξεφυτρώνουν έτσι "άσεμνοι" και σκανταλιάρηδες -όχι πια στα σπίτια, όπως παλιά- αλλά σε πανηγύρια και γλέντια, όπως οι τρεις (Βάσω, Δέσποινα, Γιακουμής- συγνώμη για τα αποκαλυπτήρια, αλλά τα θέλει η ιστορική αλήθεια) που μας διασκέδασαν την Τσικνοπέμπτη στο Πλακούρι, με τη δοξαριά του Βαγγέλη του Ζαγοραίου και ήταν πιστοί στην παράδοση και αρκούντως διονυσιακοί.