Thursday, November 27, 2008

Αφιερωμένο...


let it be: Τα λόγια που μας αρέσει να ακούμε τις συννεφιασμένες νύχτες, τα λόγια που μπορούν να καθησυχάσουν τους φόβους μας, να απαλύνουν την αγωνία μας για το αύριο. Απόψε αφιερωμένα σε αγαπημένο φίλο που είναι λίγο στενοχωρημένος.
And when the night is cloudy,
There is still a light that shines on me,
Shine on until tomorrow, let it be.
Γιατί κι εκείνος έχει ανάψει πολλές φορές ένα φως σε συννεφιασμένες νύχτες για μένα.

Monday, November 24, 2008

Το τυχερό δεκατριάρι

Κράταγες το γραπτό σου σήμερα κι έλαμπες! Πάνω του ένα ολοστρόγγυλο δεκατριάρι. Πρώτη φορά έβλεπες τέτοιο νούμερο κατακόκκινο πάνω στην κόλλα. Για πολύ καιρό οι αριθμοί άρχιζαν από το μηδέν. Μηδέν πέντε, μηδέν επτά...Σαν πράκτορες σε έργο κατασκοπείας δευτέρας διαλογής. Λίγο μετά, άρχισαν να έχουν δύο ψηφία, αλλά κι αυτά μόνο...δυαδικής έμπνευσης. Το 1 και το ο, το 1 και το 1, και πάλι να παραπατάνε οι άσσοι και να τους παίρνουν την πρωτιά τα μηδέν. Μάχη κι αυτή! Το βαρύ πυροβολικό της ήταν ένα ποίημα. Σαραντάρης. Μπήκε στην τάξη και μαζί του μια θάλασσα. Να απλώνεται και να ξυπνάει δίπλα σε κοιμισμένους μαθητές, να βρέχει τα θρανία, τις σάκες. Ψάχνανε όλοι να βρούνε τους "μαιάνδρους της μέρας" κι αυτοί παίζανε κρυφτό πίσω από την έδρα, σκαρφάλωναν στον πίνακα, να μην τους πιάσουν. Μετά που τραβήχτηκαν τα νερά αποκαλύφθηκε ένα καινούριο τοπίο. Όλα είχαν αλλάξει. Κι εσύ. Την άλλη μέρα έφερες ένα ποιηματάκι. Σου έμοιαζε πολύ, ντρέπονταν, μίλαγε σιγά, αλλά ήταν πολύ όμορφο, το κατάλαβαν όλοι, χαμογέλασε σε όλους. Μας μίλησε για το όνειρό σου που ήταν ολόιδιο με το δικό μας. Μια σύμπτωση!
Από τότε το ποιηματάκι με το καλό ποδαρικό του...σου έδωσε το δεκατριάρι το κόκκινο.
Και σε μένα μια κατακόκκινη μέρα σήμερα, μέσα στη σκοτεινή πόλη.
Σαν εκείνη τη μέρα του Σαραντάρη "που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη μετρήσει, που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη χωρέσει".

Friday, November 21, 2008

Πάμε να ανασάνουμε;

Μια ενημερωτική πρόταση από μένα για τις δύο επόμενες σαββατοκυριακάτικες εξόδους σας. Όχι, δεν με πήρανε στο Αθηνόραμα, είπα να παινέψω λίγο το σπίτι μου. Και τους σπιτικούς μου.Γιατί οι άνθρωποι που δουλεύουμε καλά μαζί, είναι οικογένειά μας, οικείοι, με την πιο ωραία απόχρωση της λέξης. Μια από αυτούς, η άξια συνάδελφός μου, η Αλίκη, η μουσικός μας. Πέντε χρόνια σχεδόν μαζί, διοργανώσαμε όμορφες γιορτές, χαρήκαμε μουσικές, τραγούδια, είδαμε τους μαθητές μας να τραγουδάνε, να έχουν μαζί τους όλη μέρα φλογέρες σαν να είναι μολύβια, να αναπτύσσουν δεξιότητες εξόριστες από τα σχολεία της παπαγαλίας και της χρησιμοθηρίας. Μια μουσικός που διδάσκει μουσική, όχι απλώς ιστορία της μουσικής ή κολυβογράμματά της, όπως συνηθίζεται.
Ας τη γνωρίσουμε λοιπόν και ως μουσικό, εκτός σχολείου, με το συγκρότημά της, την ΑΝΑΣΑ. Οικείο όνομα για μας, μα και οικεία ανάγκη.




Friday, November 14, 2008

Αμαρτίες εξομολογημένες, ηδονές αναμάρτητες.


Για όλα φταίει αυτό το λειβαδιανό μπλογκ που ανακάλυψα πρόσφατα. Μπήκα μέσα και μου μύρισαν φουρτάλιες, αμυγδαλωτά,λουκάνικα, ρακιά, σίσυρα. Γνήσιοι καλοφαγάδες οι Ανδριώτες και οι Ανδριώτισσες και ειδικά αυτές οι τελευταίες πολύ καλές μαγείρισσες, γιατί αγαπάνε κι οι ίδιες το φαγητό. Τα παραδοσιακά τραπέζια στο νησί θα τα ζήλευε σήμερα και το πιο απαιτητικό "κέτερινγκ". Η παράδοση φερμένη από την ανατολή, Σμύρνη, Πόλη, που πήγαιναν οι γυναίκες του, για να δουλέψουν, και έφερναν μαζί τους τις νοστιμιές και το υψηλό γούστο στο φαγητό, κυρίως όμως αυτή την αφθονία των εδεσμάτων. Απορώ πώς τα κατάφερναν να συντηρήσουν μια τέτοια παράδοση, σε ένα νησί με τόσο περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες. Δεν μιλάω μόνο για τις αστικές οικογένειες, ναυτικών και εμπόρων, αλλά κυρίως για τις αγροτικές που περιστασιακά κατέφευγαν στη θάλασσα ή στη μετανάστευση, όταν η γη δεν έφτανε να τους ζήσει. Και μόλις εξασφάλιζαν τη... συρμαγιά τους, γύρναγαν στη γη, σαν να μην είχαν φύγει ποτέ.
Θυμάμαι τα κεράσματα. Λοιπόν, ας πούμε πως πας επίσκεψη σε ένα τυπικό ανδριώτικο σπίτι. Πρώτα σου έβγαζαν το γλυκό του κουταλιού στο δίσκο με τα ποτήρια, το κουταλάκι και τον κεσέ. Ένας επισκέπτης της γιαγιάς μου, Αθηναίος, πήρε τον κεσέ με το γλυκό τριαντάφυλλο και τον άδειασε! Δεν ήξερε ο δόλιος πως έπρεπε να πάρει μόνο μια κουταλιά και μετά "εσλύσθνε" . Έπειτα έφερναν με τη σειρά, φοινίκι, κουραμπιέ, αμυγδαλωτό ή καλτσούνι ή και τα δύο. Μα το θεό σας λέω, και το καθένα με τελετουργία, πιατέλα, χαρτοπετσέτα και αν δεν τα έτρωγες, σακουλάκι να τα πάρεις μαζί σου. Πριν και μετά, ρακί για τους άνδρες, ροσόλι για τις γυναίκες. Όχι, δεν σταμάταγαν εκεί, έφερναν πάστα, όχι εμπορίου, σπιτική, με βούτυρα και μπισκότα και μαρέγκα, ή κάποιο γλυκό ταψιού. Τέλος είχε καφέ με κουλουράκια. Αργότερα αν συνεχίζονταν έβγαιναν και μεζέδες με κρασί. Κι όχι προγραμματισμένα, από τα "βρισκούμενα". Τώρα πώς βρίσκονταν μια απλή μέρα 10 διαφορετικά φαγητά και τώρα δεν μπορούμε να μαγειρέψουμε ή να φάμε το ένα;
Θα περίμενε κανείς αυτές οι γυναίκες με τόσο φαγητό να είναι τετράπαχες. Όχι, καθόλου. Η παραδοσιακή Ανδριώτισσα είναι αφράτη, με καμπύλες, αλλά ποτέ χοντρή. Και αυτό ήταν το πρότυπο της ομορφιάς. Οι αδύνατες έμεναν στα αζήτητα. Η συμβουλή της γιαγιάς μου όταν με έβλεπε να προσέχω το φαγητό μου ως κοπέλα, για να μην παχαίνω, ήταν "να τρως να 'σαι όμορφη". (Εδώ που τα λέμε, ακόμα βλέπω όμορφες γυναίκες στο νησί μου, σε μεγάλες ηλικίες, χωρίς λίφτινγκ, μακιγιάζ και τα χίλια δυο ψιμύθια του διαόλου.)
Εκεί όμως που το φαγητό είχε την τιμητική του, και οι καλοφαγάδες "λαμπρή", ήταν τα χοιροσφάγια. Τέτοια εποχή γίνονται. Αν σας το αφηγηθώ, αγαπητοί αναγνώστες, θα δείτε πόση επιείκεια πρέπει να δείχνετε σε μία γυριστρούλα που γαλουχήθηκε με τόσο διαφορετικά ιδεώδη από τα...politically correct (φιλοζωικά, ειρηνιστικά, χορτοφαγικά, ορθορεξικά και δε συμμαζεύεται) της εποχής μας και υμών των ιδίων.
Πρώτα να σας πω για τη χαρά και την ανυπομονησία που νιώθαμε την παραμονή. Πηγαίναμε και βλέπαμε το χοίρο στην κέλα του και το αστείο ήταν: "απόψε θα δει όνειρο κόκκινη κορδέλα στο λαιμό του". Την άλλη μέρα εμείς και οι άνδρες- σφαγείς και εκδορείς, απίκο από τα χαράματα. Οι άνδρες με τα μαχαίρια, εμείς με τις ποδίτσες.
Παρακολουθούσαμε με ενθουσιασμό ρωμαϊκού όχλου τη σφαγή. Καμαρώναμε τον καλό σφαγέα, που δεν δίσταζε από τα φριχτά ουρλιαχτά, και κάρφωνε επιδέξια το άτυχο ζώο. Οι ατζαμήδες, που τους ξέφευγε μισοσφαγμένος και έτρεχε στο χωράφι, γίνονταν καταγέλαστοι για καιρό. Μετά, στο γδάρσιμο και στο κατάκομμα των κρεάτων, περιμέναμε ανυπόμονα να πάρουμε τη φούσκα (ουροδόχο κύστη) να τη φουσκώσουμε κι αφού χορτάσουμε παιχνίδι, να τη σκάσουμε το βράδυ κάτω από το μεγάλο τραπέζι όπου καταφεύγαμε για σκανταλιές όλα τα αλητάκια.
Α, περιμέναμε και το γάιδαρο και τσακωνόμασταν ποιος θα τον προλάβει, για να τον σέρνει πίσω του δεμένο. Όπου γάιδαρος, η κάτω σιαγόνα του χοίρου.
Είχαμε και δουλειές, μας έστελναν να μοιράσουμε τα "πιάτα", ένα πιάτο με όλους τους χοιροσφαϊνούς μεζέδες στα σπίτια που δεν "κάναμε μαζί χοιροσφάγια", με πρώτες πρώτες τις έγκυες, μην τους μυρίσει κι αποβάλουν.
Ποιοι ήταν οι τυπικοί μεζέδες; Πρωί:μπριζόλα (μικρά κομματάκια μαγειρευτό χοιρινό με ρίγανη), πιλάφι, το συκώτι τηγανητό. Μεσημέρι: Το "μεσημεριανό" (μικρά κομματάκια χοιρινό κοκκινιστό), πατάτες κι όλα τα προηγούμενα συν τα σίσυρα αν είχαν βγει. Το βράδυ: Σούπα, βραστό, ψητό κατσαρόλας, ντολμάδες με λάχανο κι όλα τα προηγούμενα. Σε όλα τα τραπέζια άφθονη ρόκα και τουρσιά.
Τώρα πώς άντεχαν αυτοί οι άνθρωποι, μετά από τόση δουλειά, κι ενώ είχαν πάει και το απόγευμα στα ζώα τους, να γλεντάνε και να πίνουν, είναι απορίας άξιον.
Και για μας τα παιδιά όμως υπήρχε συνέχεια.
Χορτάτα από αίμα και παιχνίδι, ταϊσμένα με το ζόρι, αφού είχαμε "γκώσει" πια με τέτοια βαριά φαγητά, θέλαμε ένα μεζεδάκι ακόμα για τα αιμοδιψή ένστικτά μας: Πηγαίναμε κυνήγι. Μεγάλη παρέα, με φακούς, μπαίναμε σε ερειπωμένα σπίτια ή κελιά να πιάσουμε κομπογιάννηδες. Κάτι λιανά πουλάκια φουκαριάρικα, που δεν θυμάμαι τι τα κάναμε.
ΑΛΗΘΕΙΑ δεν θυμάμαι....

ΥΓ: Η υπέροχη φωτογραφία πάλι από το λειβαδιανό μπλογκ, ευχαριστώ αννούλα, εκ των υστέρων, αλλά με κολάσατε.

Thursday, November 6, 2008

Σκέψεις- προτάσεις για ένα εκπαιδευτικό σωματείο-μέρος δεύτερο.

Αν ποτέ δημιουργούνταν ένα σωματείο εκπαιδευτικό, ποιες θα ήθελα να είναι οι βασικές αρχές του;
Πώς θα μπορούσε να συμβάλει στην αναβάθμιση του σχολείου, χωρίς να εμπλακεί στο συνδικαλιστικό τομέα, με όλες τις παρενέργειες που εγκυμονεί αυτό;
Τι θα μπορούσε να ενώσει ανθρώπους διαφορετικής πολιτικής και συνδικαλιστικής προέλευσης, επαγγέλματος, μόρφωσης, ηλικίας, με κοινό τους γνώρισμα την αληθινή έγνοια για την παιδεία;
Τι συνιστά σήμερα αλήθεια βήμα προόδου για την ελληνική εκπαίδευση; Κάποτε ήταν η καλλιέργεια των θετικών επιστημών και η εισαγωγή της δημοτικής. Πόσο αλλάξαμε από τότε; Και δημοτική έχουμε και θετικές επιστήμες εν αφθονία στο σχολείο. Τώρα τι μας λείπει;
Θα επιχειρήσω μια πρώτη καταγραφή, ένα άνοιγμα ενός τραπεζιού για διάλογο.
Πρώτα απ' όλα να αναφέρω ότι ταυτίζομαι απόλυτα με την άποψη του συναδέλφου μου, θερσίτη: η λήξη της καρκινοβασίας της ελληνικής κοινωνίας και δημόσιας ζωής μόνο μέσα από την ανάσταση του δημόσιου σχολειού μπορεί να επιτευχθεί.
Για μένα λοιπόν, αναστημένο σχολείο είναι το ανοικτό σχολείο. Ανοικτό στην κοινωνία, στον πολιτισμό, στο διάλογο, στις άλλες εθνικότητες, γλώσσες και κουλτούρες, στα νέα επιστημονικά δεδομένα, στην τεχνολογία, στα προβλήματα που απασχολούν τους μαθητές και τις οικογένειές τους.
Πρώτα να αρχίσω από τα...φιλολογικά μου γένια. Η ανθρωπιστική παιδεία σήμερα (με την ευρύτερη έννοια των ανθρωπογνωστικών επιστημών), αν και δεν παραγκωνίζεται στο αναλυτικό πρόγραμμα, είναι ο φτωχός συγγενής του σχολείου.
Το βαρύ πυροβολικό της παιδείας, από τα γεννοφάσκια της, τα κλασικά γράμματα, η λογοτεχνία, νεοελληνική και ξένη, το θέατρο, η ιστορία, η φιλοσοφία, η ψυχολογία, βρίσκονται παροπλισμένες σε διδακτικά εγχειρίδια που όλο και συρρικνώνουν την ύλη τους για να είναι ευσύνοπτη, απομνημονεύσιμη, φροντιστηριακά προσπελάσιμη και καθόλου ελκυστική. Για παράδειγμα, τα ομηρικά έπη πια κανένας μαθητής δεν τα έχει ολοκληρωμένα στη βιβλιοθήκη του. Μερικοί στίχοι, αποσπασματικοί, για να καλύψουν λίγες ώρες διδασκαλίας, μόλις σε δύο εξάμηνα.
Πρώτη αρχή λοιπόν η ουσιαστική καλλιέργεια των ανθρωπιστικών γραμμάτων, με αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας, με εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, με δημιουργία σχολικών βιβλιοθηκών. Ή αλλιώς πώς θα δώσουμε στα παιδιά μας την ευκαιρία να γνωρίσουν και ν' αγαπήσουν αυτά που δημιουργήθηκαν για να δίνουν χαρά, ομορφιά, νόημα, κι όχι βαθμούς, ασκήσεις, βαρεμάρα.
Εδώ ανοίγουν ένα σωρό τραπέζια: "προτάσεις για αλλαγή τρόπων διδασκαλίας", "πώς να χρησιμοποιούμε εποικοδομητικά τις νέες τεχνολογίες", "ποια βασικά βιβλία πρέπει να περιλαμβάνει μια σχολική βιβλιοθήκη θεωρητικών επιστημών" κλπ.
Θα μπορούσα να συνεχίσω να αναπτύσσω και τις υπόλοιπες πτυχές ενός ανοιχτού σχολείου, αλλά ας κατασταλάξω σε μερικές ακόμα προτάσεις για διάλογο:
Επιμόρφωση δεν έχουμε, ας αλληλοϋποστηριχθούμε τουλάχιστον στην αυτομόρφωση. Αυτό που κάνουμε άτυπα μέσω διαδικτύου. Αλληλοενημέρωση για ό,τι καλό συμβαίνει, ανταλλαγή βιβλιογραφίας, ιδεών, μεθόδων κλπ. Κι εδώ πάλι παραπέμπω στον θερσίτη:"Δημιουργία ενός δικτύου συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικών με κατοπινό στόχο τη συνεργασία μεταξύ σχολείων για την παραγωγή διδακτικού και εξωδιδακτικού έργου και βεβαίως την ανταλλαγή του."
Ας μην κυνηγήσουμε τους "κακούς", ας προβάλουμε τους "καλούς". Σχολεία που δουλεύουν σωστά. Συναδέλφους που ξεχωρίζουν, εκδηλώσεις, προγράμματα και γενικά ό,τι αξιοζήλευτο κυκλοφορεί στο χώρο μας, (ωραίο το παράδειγμα του θερσίτη για το ιστολόγιο του Διονύση Μάνεση)
Άλλο θέμα επίσης που ταλανίζει το σχολείο σήμερα είναι η γραφειοκρατία. Δεν έχει νόημα να την καταγγείλουμε, όπως κάνουν χρόνια οι συνδικαλιστές και τίποτε δεν πετυχαίνουν. Μπορούμε να δικτυωθούμε και να την αντιμετωπίσουμε "έξυπνα", με τα δικά της όπλα, όπως έκαναν οι μαθητές μας με εκείνο το "σκουλήκι", το περίφημο.
Άλλο θέμα προς συζήτηση είναι η σχέση μας με την κοινωνία, τους γονείς και πώς τους "αξιοποιούμε", την τοπική αυτοδιοίκηση, τους υπόλοιπους φορείς μιας τοπικής κοινωνίας. Τι έχει γίνει, πώς γίνεται, τι μπορεί να γίνει.
Για παράδειγμα, αυτά τα σχολεία μεταναστών, τι εργαλείο για μια σχολική κοινότητα! Πώς θα μπορούσε σε συνεργασία με τους δήμους να βοηθήσει στη στελέχωσή τους και να βοηθηθεί από αυτά.
Μετά, μια άλλη πρόταση. Να μάθουμε να...ενοχλούμε. Τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα κόμματα, το δήμο, τις επιστημονικές μας ενώσεις. Με αιτήματα, προτάσεις, ενδιαφέρον, γαϊδουρινή επιμονή, αξιοπρέπεια πολίτη κι όχι παραίτηση ιδιώτη, τόσο βολικού στον καναπέ του για τη διαιώνιση της αδράνειάς τους. Σκεφθείτε πχ να πάνε καμιά πενηνταριά φιλόλογοι στην ΠΕΦ να ζητήσουν ευγενικά να γίνει το συνέδριο για τον Αριστοτέλη εκτός ωρών διδασκαλίας, για να πάνε όσοι πραγματικά διδάσκουν κι όχι οι αργόσχολοι. Επί 1 μήνα να τηλεφωνούν, να στέλνουν ιμέιλ, να ρωτάνε. Ας μη γίνει τίποτε, ας χάσουν απλώς κάποιοι τη ραστώνη τους.
Επίσης το ακανθώδες και ζωτικό θέμα της αξιολόγησης. Πάλι κλέβω τον θερσίτη: "Διαμόρφωση μιας πρώτης πρότασης αξιολόγησης ή αυτοαξιολόγησης ή όπως θέλετε πείτε το προκειμένου να αρχίσει από τους ίδιους τους Συλλόγους Διδασκόντων η αναβάθμιση των σχολείων" Ας καταλήξουμε δηλαδή στο ποια είναι τα κριτήρια της αποτελεσματικής διδασκαλίας, στο πότε θεωρούμε εμείς ότι έχουμε κάνει καλά τη δουλειά μας και πότε όχι και τι χρειαζόμαστε για να την κάνουμε καλύτερα. Ας αρχίσουμε ακόμη να ανοίγουμε την τάξη μας ο ένας στον άλλο, να δεχόμαστε κριτική, συμβουλές, παρατηρήσεις, όλο και κάτι καλό θα βγει, αν ξεπεράσουμε το σύμπλεγμα του αλάνθαστου και υπεράνω κριτικής πανσόφου.
Πώς μπορούμε ακόμη να φέρουμε περισσότερη τέχνη στο σχολείο ή περισσότερο σχολείο στην τέχνη. Πώς να δικτυωθούμε, για να παρακολουθούμε παραστάσεις, εκθέσεις, συναυλίες, να φέρνουμε καλλιτέχνες στο σχολείο, χωρίς να χρειάζεται μισός προϋπολογισμός και 100 εγκύκλιοι. Κάποιοι έχουν κάνει πολλά πάνω σ' αυτό, ας επωφεληθούμε από την πείρα τους, χωρίς να χρειαστεί να ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά την Αμερική.
Όλα αυτά μόνο μια αρχή, μια αρχή ενός κουβαριού, προορισμένου ίσως να μην ξετυλιχθεί ποτέ, πόσο μάλλον να υφάνει κάτι αξιόλογο. Δεν ξέρω να υφαίνω, συνάδελφοί μου καλοί και φίλοι. Μόνο πως κρυώνω ξέρω...

Tuesday, November 4, 2008

Για την κυρία Γεωργία


Αγαπημένο τραγούδι, τραγουδισμένο από τη συνονόματη γιαγιά μου, το πρώτο άκουσμα των παιδικών μου χρόνων. Ας γαληνέψουμε ακούγοντάς το απόψε από τη μεγάλη φωνή της Μαρίζας Κωχ. Το αφιερώνω με ιδιαίτερη αγάπη, σε μια υπέροχη κυρία που αναρρώνει επιτυχώς και της εύχομαι να γίνει γρήγορα εντελώς καλά.