Thursday, October 30, 2008

Ρωτώντας και απορώντας για την οικονομική κρίση.


(ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Οι τρεις αιτίες που προκάλεσαν την κατάρρευση, σελ.9)
Τον τελευταίο καιρό από παντού φτάνουν πολεμικά ανακοινωθέντα για την οικονομική κρίση. Όλοι μιλάνε πια για κραχ, μετοχές πέφτουν, χρηματιστήρια κατρακυλάνε, επιχειρήσεις κλείνουν ή απολύουν, οι κυβερνήσεις ανησυχούν και παίρνουν μέτρα, τα μέσα ενημέρωσης συναγωνίζονται σε πλειοδοσίες κακών προβλέψεων, οι εργαζόμενοι αγωνιούν και περικόπτουν από τα περικομμένα.
Έχω διαβάσει πολλά, αλλά τις πραγματικές μου απορίες κανείς δεν μου τις έχει απαντήσει. Απευθύνομαι σε σας, καλοί μου αναγνώστες, με την ελπίδα να ξέρετε κάτι περισσότερο και να θέλετε να το μοιραστείτε μαζί μου και με τους υπόλοιπους.
ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: Πώς γίνεται να περιμένουν να ανακάμψει η διεθνής οικονομία, όταν όλο και πιο πολλοί άνθρωποι γίνονται φτωχότεροι και περιορίζουν την αγοραστική τους δύναμη. Πώς γίνεται να έχεις αγορές χωρίς αγοραστές, κέρδη χωρίς πωλήσεις, επιχειρήσεις χωρίς πελάτες;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: Οι κάθε λογής απολογητές του καπιταλισμού μας λένε χρόνια τώρα ότι το κράτος =κακός επιχειρηματίας, τροχοπέδη για την ανάπτυξη και η αγορά= ο απόλυτος ρυθμιστής και πανάκεια για την οικονομική ανάπτυξη. Πώς ήρθανε τούμπα αυτές οι εξισώσεις; Πώς και το κράτος έγινε ο σωτήρας της ανεξέλεγκτης και μπαταχτσίδικης αγοράς; Τελικά καλό ή κακό είναι το κράτος; Καλή ή κακή η αγορά;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΡΙΤΟ: Μέχρι τώρα, όλοι αριστεροί και δεξιοί πρότειναν ο καθένας με το δικό του πλάνο ένα όραμα ανάπτυξης, που θα περιλάμβανε πάνω κάτω το μοντέλο ζωής και κατανάλωσης του μέσου δυτικού πολίτη. Με βάση τα νέα δεδομένα, μήπως τελικά αυτό το μοντέλο θέλει μια μικρούλα αναθεώρηση, γιατί δεν το σηκώνει το σύστημά μας; Τι στ' αλήθεια πρέπει να αναθεωρηθεί, λοιπόν;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ: (Αυτό το είχα και πριν από το κραχ, αλλά τώρα που "βρήκα τον παπά" είπα να σας το φέρω για "θάψιμο") Τι θα έλεγε για τα παραπάνω ερωτήματα ένας πολίτης του τρίτου κόσμου, που δεν έχει άλλο οικονομικό μέλημα από ένα πιάτο φαΐ τη μέρα; Πόσο δικαιούμαστε να αγωνιούμε για το οικονομικό στάτους μας, ακόμα κι αν είμαστε οι λιγότερο προνομιούχοι, όταν δεν μπορούμε να το εγγυηθούμε για όλους τους ανθρώπους; Μήπως ότι είναι για μας οι τραπεζίτες και τα χρυσά αγόρια, είμαστε εμείς για τους πένητες της γης; Μήπως τους "τρώμε" αυτά που τους ανήκουν; Μήπως εκείνη η αναθεωρησούλα που λέγαμε πρέπει να συμπεριλάβει και τους νηστικούς στο μοίρασμα της πίτας;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ: Και φαρμακερό. Ακόμα κι αν βρούμε έναν τρόπο να μοιράσουμε πιο δίκαια τα αγαθά πάνω στη γη και να εξασφαλίσουμε οικονομική ανάπτυξη για όλους, ΤΗ ΓΗ ΤΗ ΡΩΤΗΣΑΜΕ; Σηκώνει ο πλανήτης μας το μοντέλο ζωής που οραματιζόμαστε και επαγγελλόμαστε; (Αριστερά, μ' ακούς;) Πολλαπλασιάσαμε επί τον αριθμό των κατοίκων της γης τα αγαθά που θεωρούμε βασικά για την ευημερία μας; Μήπως να κάτσουμε λίγο σε κανένα από εκείνα τα μίτινγκ οικονομικών εγκεφάλων και πολιτικών οραματιστών να ρίξουμε έτσι μερικές ιδέες για μια άλλη οικονομική ανάπτυξη, έναν άλλο τρόπο ζωής και σκέψης, έναν διαφορετικό πολιτισμό; Μήπως να αρχίσουμε να ρίχνουμε από τους ουρανοξύστες όχι τους χρεωκοπημένους μπάνκερς, αλλά όλα αυτά που μας χρεωκόπησαν ως οικονομικό και κοινωνικό σύστημα κι έριξαν έξω το χρηματιστήριο αξιών μας;

Sunday, October 26, 2008

Χρόνια πολλά, φίλε


Σήμερα του αγίου Δημητρίου, με αφορμή και την καινούρια ανάρτηση του vagnes, ας μιλήσουμε για φίλους. Τι είναι φίλος; Κάποιος χθες βράδυ μου είπε ότι τα μπλογκ του θυμίζουν παλιά λευκώματα: τι εστί φιλία, τι έρως; Γιατί όχι; Ποτέ άλλωστε δεν είχα δικό μου λεύκωμα.
Φίλος λοιπόν δεν είναι ούτε ο παλιός, ούτε ο καινούριος, ούτε ο κολλητός, ούτε ο μακρινός και χαμένος. Δεν είναι καν αυτός που γελάει και κλαίει μαζί σου και προπαντός αυτός που γελάει με σένα και κλαίει για σένα (από τα γέλια).
Ακόμα δεν είναι αυτός που οργανώνει μια ολόκληρη παράσταση παρωδίας του Οιδίποδα, στο ρεβεγιόν των Χριστουγέννων, στο σπίτι σου, χωρίς να έχεις ιδέα και ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά κι εσύ και οι καλεσμένοι σου σε δύο "τραγωδούς" με σεντόνια και, θεέ μου φύλαγε, λόγια. Φίλος δε λέγεται ούτε καν αυτός που στα τεσσαρακοστά τόσα σου γενέθλια έρχεται ανεμίζοντας ολόχαρος το βιβλίο "όνειρο στην εμμηνόπαυση". Κι ενώ έχει ήδη υπονομεύσει το χαρακτήρα της βραδιάς με συνωμοτική οργάνωση απαγγελίας ποίησης δια στόματος ποιητού "ο θεός να τον κάνει".
Κι ακόμα μην το ξεχάσω. Φίλος δεν είναι μόνο ο υπέροχος συνομιλητής, ο οξυδερκής και ενημερωμένος και καλός δάσκαλος πνευμάτων αντιλογίας.
Μπορεί όμως πάλι να είναι αυτός που ενώ εξελίχθηκε και προχώρησε πολύ, δεν άφησε στιγμή την ψυχή του ενέχυρο.
Μήπως όμως είναι φίλος αυτός που δακρύζει μια βραδιά που έχει φεγγάρι ή που ξέρει ότι είσαι εκεί όταν ζορίζουν τα πράγματα και είναι εκεί όταν θέλεις να μιλήσεις με τη σιωπή σου;
Φίλος είναι ο φίλος, ο αγαπημένος, με την αρχαία έννοια της λέξης. Είναι επίθετο και κολλάει σε πολλά ουσιαστικά πλάσματα, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, ταυτότητας, ομοιότητας, ετερότητας.
Ένα τέτοιο ουσιαστικό πλάσμα της ζωής μου γιορτάζει σήμερα και του αφιερώνω το τραγούδι του Ντύλαν, από τη λίστα, που μου έχει τραγουδήσει υπέροχα τόσες φορές με την κιθάρα του.
ΥΓ: Στη φωτογραφία, το στέκι μας, το Δόλωμα, που σας έλεγα, λίγο πριν το πετροβολήσουν.

Thursday, October 23, 2008

Δημήτρης Μαρωνίτης: Ιλιάδος Μετάφρασις ή Ανάστασις;

Χθες ήμουν στο Μουσείο Μπενάκη. Σε μια μικρή αίθουσα που γέμισε ασφυκτικά, περιτριγυρισμένοι από έργα τέχνης, ακούσαμε τον πανεπιστημιακό δάσκαλο, φιλόλογο και συγγραφέα, Δημήτρη Μαρωνίτη, να μας διαβάζει την καινούρια του ανέκδοτη μετάφραση της Α΄ Ραψωδίας της Ιλιάδας.
Θα μπορούσε και να είναι αυτή μια βραδιά "μεταξύ μας", φιλολογική, σχολαστική, περί όνου σκιάς, "έτσι το είπε αυτός", "αυτό εννοούσε", "έτσι έπρεπε να το πει"...ξέρετε, αυτά που σας κάνουν να μας αποφεύγετε εμάς τους φιλολόγους και με το δίκιο σας.
Δεν ήταν έτσι. Καθόλου όμως.
Κατ' αρχάς, ειπώθηκαν μεγάλες αλήθειες δίκην αστεϊσμού. Γελάσαμε, πριν καταλάβουμε πόσο λίγο αστείο ήταν: Τα κλασικά έργα ονομάζονται κείμενα, ακριβώς επειδή κείνται σε κατάσταση νεκροφάνειας, κοσμώντας βιβλιοθήκες και κανείς σχεδόν δεν τα διαβάζει. Η αναγνωσιμότητά τους φθάνει στο κάτω του 1%. Η Ιλιάδα η ίδια είναι έπος αδιάβαστο, ακόμα κι απ' αυτούς που την εκθειάζουν.
Τι άλλο είναι όμως η Ιλιάδα;
Βαρετή ή συναρπαστική; Ανδροκρατούμενη και πολεμοχαρής; Ή μήπως προκλητικά ακατάδεχτη και υπερήφανη, σε αντίθεση με την αγαπησιάρικη και πιασάρικη Οδύσσεια;
Τα ερωτήματα του ομιλητή ακούγονταν υπέροχα ασεβή, υπέροχα αντιφιλολογικά, σε αυτιά μυημένων, φιλολόγων, συγγραφέων, ποιητών, "επαρκών" ακροατών.
Ήταν σαν να μας ξανασύστηνε στο έπος, να καθάριζε την ακοή μας από τα παράσιτα της χρόνιας φιλολογικής αποστέωσης, πριν να μας διαβάσει.
Και συνέχισε: Τι είναι τελικά η Α ραψωδία; Ένα παιδαγωγικώς ακατάλληλο ανάγνωσμα. Ένας σκυλοκαυγάς με φοβερό υβρεολόγιο για γυναικοδουλειές, που παραλίγο να καταλήξει σε φόνο. Και κατέληξε να αφήσει άνεργο το βασικό ήρωα σχεδόν σε όλο το έργο. Ανεπανάληπτη πρωτοτυπία. Όχι μόνο βρίζει αυτός ο ποιητής τον ήρωά του από τον πρώτο στίχο (Μήνιν άειδε, θεά, Πηληιάδεω Αχιλήος ουλομένην...), αλλά και τον βγάζει από τη δράση σε όλο το έργο.
Κι όσο για τους θεούς, τα ίδια κάνουν, αλλά τη βγάζουν καλύτερα, αφού μετά τους καυγάδες τους το ρίχνουν στο φαΐ, στο πιοτό και στο γλέντι.
Κι έτσι πήγαμε στη μετάφραση. Σαν τους θεούς μεθυσμένοι, διατελούντες εν ευθυμία.
Κι έτρεχε ο λόγος σαν το νεράκι και μας πήρε μαζί του, μας συνεπήρε μεγάλους ανθρώπους ο Μεγάλος Παππούς, ο παραμυθάς, λες και πρώτη φορά το ακούγαμε αυτό το παραμύθι.
Η γνωστή υποβλητική φωνή του Δασκάλου που δανείστηκε ο Ποιητής, έφερε το τραγούδι του στα αυτιά μας μέσα απ' τους αιώνες, λυτρωμένο από σχόλια, μελέτες και διατριβές, καρφιά στο σώμα του το ατίμητο. Κι ακούσαμε τη Φωνή να σπάει όταν ο Αχιλλέας πικραμένος μιλάει στη μάνα του για το κακό που του 'καναν. Κι έσπασε μαζί και εκείνη η πανοπλία που φοράμε, όταν συναντιόμαστε με "γνωστά" και χιλιοδιδαγμένα κείμενα. Λες και θα μπορέσουμε ποτέ να διδάξουμε κάτι σε κάποιον αν πρώτα εμείς δεν έχουμε μαγευτεί από την ομορφιά του.
Ναι, Δάσκαλε, η μόνη αφύπνιση για τα "νεκροφανή" κείμενα είναι το φιλί της ζωής ενός καλού μεταφραστή, ενός καλού αναγνώστη, ενός καλού δασκάλου.
Σ' ευχαριστούμε.
ΥΓ: Το βιντεάκι μια άλλη ανάγνωση, μια άλλη μετάφραση, έτσι, για να θυμηθείτε λίγο την Ιλιάδα.

Sunday, October 19, 2008

Της Γριάς το Πήδημα









Σας σκέφθηκα, αγαπητοί μου αναγνώστες. Οι περισσότεροι μέσα στο χάος της πόλης και της πολιτικής, ακούτε για εξεταστικές και προανακριτικές, για Βατοπέδια και βαλτονέρια και είπα λίγη θάλασσα να τους φέρω, λίγο βράχο, κανένα βοτσαλάκι, μια ανεπαίσθητη αλμύρα να σας γαργαλήσει τη μύτη, λίγο φλοίσβο να καθαρίσει η ψυχούλα σας από το σάλο των ημερών.
Βρήκα λίγο χρόνο από το μαγείρεμα για το Β΄γύρο των ελιών (παλιά μου τέχνη) και πήγα προς τη γνωστή παραλία της περιοχής μου, της Γριάς το Πήδημα. Αχ, δεν αντέχω ούτε τα πονηρά χαμογελάκια που υποπτεύομαι ότι έχετε τώρα, γι' αυτό σας λέω γρήγορα ότι η ονομασία αυτή δόθηκε πολύ πριν αποκτήσει η λέξη την βωμολοχική της εκδοχή. Πάνω στο βράχο αυτόν ανέβηκε και πήδηξε μια γριά που είχε τύψεις, γιατί πρόδωσε το κάστρο στους Τούρκους ή στους Σαρακηνούς, κατά άλλη εκδοχή.
Τελοσπάντων, τότε που ήταν της μόδας οι τύψεις και τα πηδήματα άνευ εισαγωγικών.
ΥΓ: Η τελευταία φωτογραφία με τα βοτσαλάκια να παραδοθεί σ'αυτούς που άφησαν εκεί τα αρχικά τους το καλοκαίρι. Εκεί είναι και σας περιμένουν. Δεν έσβησαν.

Sunday, October 12, 2008

Οι ελιές που δε μάζεψα.


Ποτέ δεν ήμουν στις ελιές. Πάντα είχα σχολείο, δημοτικό, γυμνάσιο, μετά σπουδές, μετά δουλειά...
Κάθε φορά που έβλεπα τα λάινα φορτωμένα με καρπό, ζήλευα. Το χορταράκι από κάτω είχε πρασινίσει, τα πρινολούλουδα, τα πιο πρώιμα λουλουδάκια, είχαν ξεμυτίσει, αυτό ήταν το στρώμα που θα δέχονταν το ραβδισμένο καρπό και σ' αυτό θα γονάτιζαν να τον μαζέψουν, γυναίκες, άνδρες, παιδιά. Τα πολύ μικρά παιδιά κι όσα δεν πήγαιναν γυμνάσιο, όχι εγώ. Οι άνδρες συνήθως ράβδιζαν τον καρπό με μεγάλα καλάμια, τις ραβδιστήρες, ή σκαρφάλωναν στα δέντρα για να ρίξουν τις ελιές από τα πιο ψηλά κλαδιά ή κλάδευαν με πριόνια τα πολύ μεγάλα δέντρα, για να κάνουν πιο εύκολη τη δουλειά. Δεν στρώναμε τότε λιόπανα, ούτε είχαμε τσουγκρανάκια να μαδάμε τις ελιές, όπως τώρα. Τα παλιά λάινα ήταν πανύψηλα, αϊβαλιώτικα τα έλεγε η γιαγιά μου, όχι όπως αυτά που έχουμε τώρα, που τα πιο παλιά τα φύτεψε ο πατέρας μου, όταν γεννήθηκα. Δίνουν καλύτερο και περισσότερο λάδι, είναι πιο όψιμα, αλλά τους λείπει αυτή η...γνησιότητα του γηγενούς, η αριστοκρατία της καταγωγής (εεε, μην κατηγορηθώ για υποστηρικτής της αρίας...ελιάς). Τα παλιά χρόνια μάζευαν ό,τι έπεφτε από το δέντρο, τις καλές μαζί με τις "κοσφερές", τα "ξερόνια", και έβγαζαν ένα λάδι μπαρούτι. Αυτό όμως ήταν η επιβίωσή τους, δεν είχαν την πολυτέλεια να διαλέξουν. Τα νεότερα χρόνια, γίνονταν προσεκτική επιλογή στο μάζεμα και το λάδι έβγαινε καλύτερο, αλλά όχι όπως αυτό που βγαίνει τώρα από τα λαϊνάκια με μηδέν οξέα. Αναρωτιέμαι όμως μήπως γι' αυτό τα φαγητά δεν έχουν εκείνη την παλιά γεύση, την αλησμόνητη. Οι τηγανητές πατάτες της γιαγιάς μου, που δεν τις έχω ξαναφάει ποτέ από άλλη μαγείρισσα,τώρα που το σκέφτομαι, ίσως όφειλαν τη μοναδική γεύση τους στα λάδια που χρησιμοποιούσε χωρίς διακρίσεις...εξευγενισμού.
Κάθε τέτοια εποχή λοιπόν, όλα ήταν έτοιμα,κοφίνια, καλάθια, τσουβάλια, καυκιά (γκαζοντενεκέδες, που ήταν και η μονάδα μέτρησης του καρπού και του λαδιού, αντίστοιχα), ραβδιστήρες, όλο το συγγενολόι και οι χωριανοί, τα φαγητά στις "καστανιές", το κρασί, το ρακί, οι λουκουμάδες, τα χοιρινά, αν είχαν προηγηθεί χοιροσφάγια, τα ειδικά ρούχα (μόνο τότε φόραγαν παντελόνια οι γυναίκες), το λιοτρίβι, η βίδα, όπως τη λέμε εδώ, τα ζώα που θα κουβαλούσαν τον καρπό.
Μόνο εγώ έλειπα. Και τα έχανα όλα, το μάζεμα, τα αστεία κάτω από τα λάινα, τις ιστορίες των παλιών, τα κουτσομπολιά, τα γλέντια στις βίδες που συχνά ήταν η ευτυχής κατάληξη όλων αυτών.
 Ήθελα να είμαι εκεί που περίμεναν να βάλουν λάδι στα φαγητά κατευθείαν με το λαγήνι από τη βίδα. Να ακούσω εκείνη την παλιά ιστορία, τότε στα δύσκολα χρόνια τα μετεμφυλιοπολεμικά, που μια παρέα γλεντζέδων "κουκουέδων" σε μια βίδα, κατέληξε στην αστυνομία από κάρφωμα και διανυκτέρευσαν μεθυσμένοι εκεί, μέχρι να τους βγάλει ένας χωριανός τους την άλλη μέρα. Να ακούσω για το λιοτρίβι του παπά, που δεν άφηνε κανέναν να φύγει ξεμέθυστος, του μπαρμπα- Αντώνη, που έβγαζε με τη φούχτα λουκάνικα από την μπουρνιά για μεζέ, και του γέρο- Χαρτσά που βούτηξε μέσα στο λάδι, παραπατώντας από το μεθύσι. Απορώ πώς δε μίσησα τα σχολεία που με απόκοβαν από τη ζωή της κοινότητας. Φαίνεται ότι όταν ξεκόβεις τόσο πολύ, "ξενώνεσαι", δεν ξέρεις ότι λείπεις.
Αφού και τώρα που σας γράφω, οι άλλοι μαζεύουν, εμένα με άφησαν να μαγειρέψω.
Δεν με πήραν στις ελιές.

Wednesday, October 8, 2008

Μαρίνα Καραγάτση, ένα βιβλίο, μια συνάντηση.


Την είχα γνωρίσει πριν από λίγα χρόνια σε ένα ταξίδι προς την Άνδρο. Μου μίλησε πρώτη. Πρέπει να την εντυπωσίασε μια σουρεαλιστική σκηνή. Με την κόρη μου είχαμε επισκεφθεί το μαγαζάκι με τα αρώματα του πλοίου και ήταν η ώρα της...γευσιγνωσίας των αρωμάτων που είχαμε κουβαλήσει. Και να την ενόχλησε το εγχείρημα, δεν το έδειξε καθόλου, αντίθετα, μας έπιασε κουβέντα σαν να μας γνώριζε. Ξεχάσαμε τους υπόλοιπους και χαθήκαμε σε μια συζήτηση ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο. Το να μιλάς με τη Μαρίνα Καραγάτση είναι σαν να ανταμώνεις με κόσμους που μόνο στη φαντασία σου υπήρχαν και τώρα ζωντάνεψαν όλοι μαζί: Ο Καραγάτσης, ο Εμπειρίκος, ο Ελύτης, γίνονται καθημερινοί άνθρωποι, κάθονται δίπλα σου, τους αγγίζεις, τους βλέπεις να σχεδιάζουν καθισμένοι στα μπαγκάλια μιας αυλής, ένα απόγευμα Αυγούστου, να ανοίξουν ένα μπακαλικάκι στην Αθήνα το χειμώνα. Και γελάνε σαν παιδιά. Και γελάνε όπως γελάνε οι μεγάλοι ποιητές.
Μέσα από τα λόγια της ζωντανεύει ο τόπος της, ο τόπος μου, η Άνδρος, οι κοπέλες του, (η μάνα μου), που δούλευαν στα σπίτια των πλουσίων καραβοκύρηδων και αρχόντων στην Αθήνα, (στο σπίτι της). Στα καράβια τους μπάρκαραν οι θείοι μου, ο πατέρας μου. Στα καράβια του παππού της, του προπαππού της, των συγγενών της.
Στην Άνδρο του '50, η Μαρίνα γεύεται τη συντροφιά των ποιητών, το φως, το βράχο. Φωτογραφίζεται δροσερή από τον Εμπειρίκο στο Μπατσί. Δεν το ήξερα τότε. Βρέθηκα μπροστά της σε μια έκθεση φωτογραφίας του Εμπειρίκου, λίγο καιρό μετά, κι ενώ πολλά είχαν αλλάξει και στη δική μου ζωή. Η Μαρίνα στο πλοίο με το βιβλίο και το γάτο, η Μαρίνα δίπλα στη θάλασσα, το χθες, το σήμερα, το αύριο. Εγώ και η φωτογραφία και τα μεγάλα μαύρα μου γυαλιά.
Χθες πήρα το καινούριο της βιβλίο( Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι), σήμερα το τέλειωσα. Δεν άντεξα να το καθυστερήσω άλλο.
Ήταν όλοι εκεί. Όλα. Η ζωή της. Ο πατέρας της, η μάνα της, η γιαγιά της.
Το νησί. Η Αθήνα του '50. Η ανδριώτικη κοινωνία, η ντοπιολαλιά (αχ αυτές οι αιτιατικές μας που μοιάζουν ονομαστικές), τα πανηγύρια, η Χώρα. Αληθινοί άνθρωποι, μυθικοί άνθρωποι. Ο συγγραφέας και οι δαίμονές του. Ο πατέρας και ο μύθος του.
Η Λασκαρώ, η Ανδριώτισσα υπηρέτρια, η Μίνα, η Ανδριώτισσα αρχόντισσα, τις ενώνει η ίδια ματιά, η ίδια ψυχή. Η ψυχή της. Η ψυχή μας.
Στο αυλιδάκι της Άνδρου που ζωγράφισε η μάνα της, το σκηνικό της τελευταίας πράξης, του μικρού της παραδείσου. Σε μια γωνιά του κι εγώ μαγεμένη. Είναι και δικός μου αυτός ο παράδεισος, τώρα πια...

Η φωτογραφία:Ιούλιος 1955. Μαρίνα Καραγάτση, Οδυσσέας Ελύτης στο Μπατσί. Από το λεύκωμα «H Ανδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου»

Sunday, October 5, 2008

Καλό σου ταξίδι, κυρά- μαμή

Η κυρά Μαρίκα, η μαμή μας, πέθανε χθες. Μια ζωή αφιερωμένη στη ζωή. Ένας γλυκός, υπέροχος άνθρωπος, που μπορούσες να συζητάς μαζί του και να γαληνεύεις, να ξεχνάς τις δουλειές σου, τις έγνοιες σου, τα μικρά και τιποτένια, και να βλέπεις με πιο καθαρό βλέμμα τα μεγάλα και σπουδαία. Πριν από 4 χρόνια, ο δήμαρχος και φίλος μου, Γιάννης Γλυνός, σκέφτηκε να την τιμήσουμε σε μια εκδήλωση και μου ζήτησε να γράψω κάτι γι' αυτήν. Πήγα στο σπίτι της και, ενώ με περιποιόταν με τη φιλόξενη διάθεση των γυναικών της γενιάς της, μου είπε τόσα όμορφα πράγματα, που χάζεψα και δεν τα σημείωνα όλα. Με όσα κατέγραψα συνέθεσα ένα μικρό βιογραφικό κείμενο-παρουσίαση* και το διάβασα στην εκδήλωση. Δεν θα ξεχάσω τη συγκίνηση όλων και τη δική της χαρά. Χαίρομαι τόσο που προλάβαμε να στα πούμε αυτά, κυρά Μαρίκα. Που προλάβαμε να σε χειροκροτήσουμε, να σε τιμήσουμε, να σου δείξουμε επίσημα και τελετουργικά την ευγνωμοσύνη μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων, που ευεργετήθηκαν από σένα. Μερικές φορές πέφτουμε στην παγίδα να τα αποφεύγουμε αυτά, να τα θεωρούμε περιττά ή υπερβολικά και να νομίζουμε πως αρκεί η ανεπίσημη αγάπη, η καθημερινή επαφή. Κι όμως πρέπει να μάθουμε να αποδίδουμε και στους απλούς ανθρώπους, που ζουν δίπλα μας και προσφέρουν, τα εύσημα που φυλάμε για τους μεγάλους και επισήμους, με ή χωρίς εισαγωγικά. Σ' αυτούς τους καιρούς, τους σακάτικους, θα πιανόμαστε όλο και πιο πολύ από αγκωνάρια σαν τη κυρά μαμή μας, για να μη βουλιάζουμε.

*Κείμενο:ΜΑΡΙΚΑ ΒΑΣΤΑΡΔΗ

ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Η κυρά Μαρίκα, η μαμή, είναι στη συνείδηση όλων, μικρών και μεγάλων, όσων έγιναν αποδέκτες των υπηρεσιών της, μα κι όσων γεννήθηκαν μετά τη συνταξιοδότησή της, συνδεδεμένη με το επάγγελμά της, αλλά και πρόσωπο οικείο κι αγαπημένο, ταυτισμένο με τον τόπο μας.
Όλοι από παιδιά έχουμε ακούσει ιστορίες για γέννες στις οικογένειές μας κι όλες συνοδεύονταν από το «πήγανε να φέρουν τη μαμή».
Η κυρά Μαρίκα όμως δεν ήταν απλώς η μαμή των παραδοσιακών κοινωνιών, η πρακτική, που απλώς περίμενε να πέσει το παιδί, όπως λέμε. Ήταν η πρώτη επαγγελματίας μαία στην Άνδρο.
Γεννήθηκε το 1920. Η καταγωγή της ήταν από το Κοχύλου και είναι παιδί του Νικολάου και της Ειρήνης Δαπόντε, το γένος Τηνιακού. Σε ηλικία 5 ετών έχασε τη μάνα της από επιλόχεια λοίμωξη στο δεύτερο τοκετό της. Το γεγονός αυτό τη σημάδεψε, ακόμα και σήμερα, μάνα δυο γιων, γιαγιά τριών μεγάλων εγγονιών, ο καημός της για την πρόωρη απώλεια της μάνας της δεν έχει σβήσει. Τη θυμάται νεκρή στο σαλόνι και «τα μαλλιά της μέχρι εκεί» κι είναι σαν να σου μιλάει εκείνο το μικρό πεντάχρονο κοριτσάκι που «δεν έπαιξε ποτέ με κούκλες».
Κυρία Μαρίκα, τι όμορφη δικαίωση γι’ αυτόν τον πόνο σας αξίωσε η ζωή! Σώσατε τόσες γυναίκες που κινδύνευαν ακριβώς απ’ αυτό που σας στέρησε τη μητέρα σας κι όμως, μιλώντας μαζί σας, δεν ένιωσα ούτε στιγμή την έπαρση του δικαιωμένου ανθρώπου. Μόνο την αγάπη σας ένιωσα για τα παιδιά που πιάσατε, 800 τον αριθμό, για τις μάνες που όταν τις ξεγεννούσατε, τις φιλούσατε και τους λέγατε, «να είσαστε ευτυχισμένες, γίνατε μάνες». Να ξέρατε πόσο τις ζήλεψα αυτές τις γυναίκες, εγώ, που όπως όλες οι σημερινές, γέννησα σε ένα μεγάλο μαιευτήριο, με όλα τα κομφόρ, όμως τόσο απρόσωπο, τόσο ανίκανο να σε συντροφέψει στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής σου!
Ταυτίστηκα μαζί σας όταν μου είπατε, «όταν πήγαινα να ξεγεννήσω, όλοι φωνάζανε, πότε θα γεννήσει, γιατί αργεί, η γυναίκα φώναζε από τους πόνους, δεν τα φοβόμουν αυτά, τα ήξερα, μα όταν έβλεπα να κλαίει η μάνα της ετοιμόγεννης, δεν άντεχα, έκλαιγα κι εγώ.» Θυμήθηκα κι εγώ που την κορυφαία αυτή στιγμή, το μυαλό μου πήγε στη μάνα μου και κατάλαβα.
Ας γυρίσουμε λοιπόν πολλά χρόνια πίσω, όταν ένας δάσκαλος στο δημοτικό, ο Καρυστινός, είδε πως η Μαρίκα τα έπαιρνε τα γράμματα και φρόντισε, μάζεψε υπογραφές των προέδρων, να τη στείλουν να εκπαιδευτεί ως μαία στην Αθήνα. Εκεί την πήρε υπό την προστασία του ο Μπούμπουρας, μεγάλος μαιευτήρας, διευθυντής στο Δημόσιο Νοσοκομείο Αθηνών. Ήταν ο ίδιος που δεν κατάφερε να σώσει τη μάνα της, όταν του την πήγαν ετοιμοθάνατη σχεδόν.
Μόλις τέλειωσε, 20 χρονών το 1940, ξέσπασε ο πόλεμος και γύρισε στην Άνδρο.
Εδώ στην αρχή, δεν την έπαιρνε κανένας. Ευτυχώς όμως βοήθησε ο έρωτας. Ο Πανταζής, μετέπειτα σύζυγός της και τότε αγαπημένος της, τη σύστησε σε μια θεία του στο Ρωγό, Σοφία Τέντε, και έτσι ξεκίνησε η καριέρα της. Άσκησε ελεύθερο επάγγελμα για 12 χρόνια και μετά διορίστηκε στο αγροτικό ιατρείο για άλλα 28, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε. Όταν ήρθε η ώρα της σύνταξης, της λέγανε από τη Σύρο πως την ξεχάσανε, μια και ούτε άδειες έπαιρνε, ούτε τους απασχολούσε ποτέ.
40 χρόνια γέννες, 40 χρόνια δίπλα στη μάνα και στο παιδί, μα και σ’ όλες τις γυναίκες που χρειάζονταν τη συμβουλή της.
Συνθήκες δύσκολες. Συγκοινωνία ανύπαρκτη. Την πήγαιναν με τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, που συχνά τη ρίχνανε και κάτω. Χειμώνες, βροχές, χιόνια, οι γέννες δεν ξέρουν από τέτοια. Θυμάται να την περνάει από το ποτάμι αγκαλιά ο πατέρας μιας ετοιμόγεννης. Ας μην μιλήσουμε για την κατάσταση που επικρατούσε στα σπιτικά, χωρίς τις σύγχρονες ανέσεις και τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Θυμάται να πέφτουν στο κρεβάτι μιας ετοιμόγεννης κουτσουλιές από τα σανίδια της οροφής. Από πάνω ήταν οι κότες.
Είχε και δύσκολες γέννες, κατάφερε να μετατρέψει μια ανώμαλη ισχιακή προβολή σε ομαλή και να σώσει το παιδί από βέβαιο θάνατο. Άθλος για τους επαΐοντες. Αντιμετώπισε προβλήματα πνιγμού από το λώρο, δίδυμες κυήσεις, δεν πέθανε ποτέ παιδί από δική της ευθύνη. Συνόδεψε ακόμη και λαμπρό επιστήμονα μαιευτήρα γυναικολόγο στην πρώτη του γέννα στην περιοχή κι ας είχε 39 πυρετό. Της το ζήτησε εκείνος προς τιμήν του, τιμώντας και την πείρα της και αντλώντας σιγουριά απ’ αυτήν. Σεβάστηκε ακόμη και μυστικά που ποτέ δεν πρέπει να βγαίνουν στο φως στις μικρές κλειστές κοινωνίες, γιατί τσαλακώνουν ζωές.
Διοχέτευσε αυτό το απόθεμα αγάπης που τη χαρακτηρίζει και στη δική της οικογένεια. Θα σας φανεί αστείο, μα είναι από τις ελάχιστες γυναίκες που έχω ακούσει να μιλάνε, όχι μόνο με σεβασμό και συμπάθεια, μα με ανυπόκριτη αγάπη για την πεθερά της, που «έδωσε πορτοκαλαδίτσα στη μάνα της, όταν την πήγαιναν άρρωστη στην Αθήνα και πού να ΄ξερε πως το παιδί της θα κοίταγε εκείνη», όπως της έλεγε.
Μιλάει για 70 χρόνια μαζί με τον σύντροφο της ζωής της, από παιδιά και νομίζεις πως βλέπεις ερωτευμένη κοπελίτσα. Κρατάει τα γράμματα που της έστειλε στην πορεία μιας ζωής, σαν να είναι θησαυρός. Έχει κορνιζώσει μια ζωγραφιά ενός φαντάρου από το μέτωπο του πολέμου του 40, γιατί την κοίταζε τότε και ήταν σαν να έβλεπε τον άνδρα της που έλειπε στον πόλεμο.

Αν είχα τώρα εδώ τους μαθητές μου, αυτό θα τους έλεγα, πόσα μπορείς να κάνεις, όταν αγαπάς. Το επάγγελμά σου, τους ανθρώπους, τη ζωή. Πόσο γεμάτη μπορεί να είναι τότε η ζωή σου. Πόσο νέος θα δείχνεις ακόμα και στα 80 σου. Πόσο αξίζει να έχεις ανθρώπους σαν την κυρά Μαρίκα σαν πρότυπο ζωής.
Κι ακόμα να θυμίσω σε όλους εμάς πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε συναντήσει, που έχουμε ζήσει, που έχουμε ακουμπήσει την ώρα της ανάγκης σε τέτοιους ανθρώπους.
Σ’ ευχαριστούμε κυρία Μαρίκα, να είσαι πάντα καλά….



ΥΓ: Ελπίζω να θυμήθηκαν να σου βάλουν προσκεφάλι τη μαξιλαροθήκη με τα γράμματα του κυρ-Πανταζή από το μέτωπο, που φύλαγες γι' αυτό το σκοπό.

Thursday, October 2, 2008

Ποιος ευθύνεται για τις καταλύψις και τα ετήματα.


Ο συνάδελφός μου Θερσίτης απευθύνει στην εκπαιδευτική κοινότητα ένα απλό ερώτημα: Ποιος ευθύνεται για τους μαθητές που καταλαμβάνουν ένα σχολείο με τσαμπουκά, ακυρώνοντας κάθε διαδικασία δημοκρατικής λειτουργίας, την οποία άλλωστε έχουν από πριν υπονομεύσει με νοθεία των μαθητικών εκλογών, που θα τη ζήλευε και η αείμνηστος Ε.Ρ.Ε.
Ξέρω την απάντηση που ετοιμάζεστε να του δώσετε: Μα, πώς ζητάτε να έχουν τα παιδιά δημοκρατική συνείδηση σε μια κοινωνία που όζει διαφθοράς και σήψεως; Παιδιά μας είναι, μας μοιάζουν! Να σας θυμίσω ότι οι νέοι μπορούσαν πάντα να βρίσκονται πολλά βήματα μπροστά από τη γενιά των γονιών τους, από τότε που ειπώθηκε εκείνο το "άμες δε γ' εσόμεθα πολλώ κάρονες", μέχρι τα νεανικά κινήματα του '60 και το δικό μας Πολυτεχνείο.
Τώρα γιατί σπεύδουν ορισμένοι να ταυτισθούν με τα χειρότερα πρότυπα που τους δίνουμε; Έχασαν την επαναστατικότητα, την καθαρότητα της ματιάς τους, τη φιλοδοξία να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο;
Όσες φορές το έχουμε πει αυτό στην ιστορία, έχουμε δαγκώσει τη γλώσσα μας. Θυμηθείτε τους "αλήτες" του '40 και τους "μαλλιάδες" του πολυτεχνείου, αλλά κι εκείνα τα "σοκολατόπαιδα" που όρθωσαν τα καλομαθημένα χεράκια τους και σταμάτησαν κάποτε τον ανεκδιήγητο εκείνο νόμο του Κοντογιαννόπουλου, με το πόιντ σύστεμ και την επιστροφή στο...'60.
Ας μην είμαστε προκατειλημμένοι και με αυτά τα παιδιά, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα μας διαψεύσουν και μακάρι να μην χρειαστεί να το κάνουν
Το φαινόμενο των καταλήψεων- το έχω ξαναφέρει εδώ- δεν μπορεί να θεωρηθεί πια επανάσταση ή εξέγερση, παρά μόνο μια καλώς ή κακώς εννοούμενη κοπάνα, με το πρόσχημα των αιτημάτων για την παιδεία.
Δεν ερμηνεύει όμως αυτή η απαξίωση του σχολείου αυτομάτως και την καταπάτηση των θεσμών που οι ίδιοι οι μαθητές χρησιμοποιούν, έστω στη χειρότερη περίπτωση, για να δικαιολογήσουν την ανάγκη τους για ξέδομα και κοπάνα. Εδώ υπάρχει και κάτι άλλο. Ο Θερσίτης το ξέρει, γι' αυτό μιλάει για ευθύνες δικές μας και έλλειψη αξιολόγησης.
Στο σχολείο, εκτός από ένα σωρό άχρηστες γνώσεις, που τους ταΐζουμε ολημερίς, εκτός από τις απαρχαιωμένες μεθόδους του δασκάλου παντογνώστη- αφηγητή και των μαθητών-χάνων, που δέχονται παθητικά την ευλογία της σοφίας μας, κάνουμε κι άλλη δουλειά. Διδάσκουμε πώς να μην γίνεσαι δημοκρατικός πολίτης, πώς να απεχθάνεσαι κάθε συλλογική δημοκρατική διαδικασία.
Πότε το κάνουμε αυτό εμείς οι δάσκαλοι του λαού, που στη συντριπτική μας πλειοψηφία ανήκουμε σε αριστερά κόμματα;
Κάθε μέρα! Σε κάθε διδακτική ώρα!
Κάθε φορά που δεν ζητάμε το σεβασμό του μαθητή που προσπαθεί να σκεφθεί, χωρίς να τον διακόπτουν τα υψωμένα χέρια και τα "κύριε, κύριε!". Κάθε φορά που αγορεύουμε και δεν καλλιεργούμε το διάλογο. Κάθε φορά που ρωτάμε και περιμένουμε την απάντηση που έχουμε στο μυαλό μας ή έχει το λυσάριο. Κάθε φορά που πατάσσουμε αμείλικτα κάθε προσπάθεια των μαθητών μας να μιλήσουν μεταξύ τους, να αλληλοβοηθηθούν, να κοιτάξουν έστω ο ένας τον άλλον, έτσι καθώς είναι στραμμένοι στην πηγή σοφίας του Βούδα που κάθεται στην έδρα.
Κι όταν κάποιος τολμήσει να αντιμιλήσει, να μας πει τη γνώμη του, κι η γνώμη του δεν μας αρέσει, θα τον φιμώσουμε στην καλύτερη περίπτωση. "Καλοί" μαθητές αυτοί που δεν μας αντιμιλάνε, που παπαγαλίζουν, που κινούνται γύρω μας με σεβασμό και δεν φεύγουν ποτέ από τη βαριά σκιά μας. Ουαί κι αλίμονο στους αντιρρησίες, συνασπιζόμαστε όλοι εναντίον τους και με την πρώτη ευκαιρία τους περιμένει ο καταπέλτης. Εύκολο να είσαι δημοκρατικός και ανεκτικός με "καλά" παιδιά. Το δύσκολο είναι να αναγνωρίζεις το δικαίωμα του μαθητή σου να διαφωνεί. Ναι μεν με ευγένεια, ως οφείλει, αλλά χωρίς συμμόρφωση.
Πώς άραγε όμως εξασκούμε τους μαθητές μας στους δημοκρατικούς θεσμούς; Πώς γίνονται η συνέλευση τμήματος, σχολείου, οι εκλογές, στα γυμνάσια που έχουμε εμείς την εποπτεία και την ευθύνη;
Απλώς, δεν γίνονται στην ουσία.
Γράφουν σε χαρτάκια τα ονόματα, τα σταυρώνουν και τα μετράνε. Και κάποιες φορές συνεδριάζουν για εκδρομές ή εκτάκτως για καταλήψεις και προβλήματα του σχολείου, σπανιότερα.
Τους εξηγήσαμε ποτέ τι προηγείται των εκλογών;
Τι σημαίνει συνέλευση, ομιλίες, ερωτήσεις, αποφάσεις;
Πώς μιλάω μπροστά στους συμμαθητές μου;
Πώς διατυπώνω πρόταση;
Πώς διευθύνω τη διαδικασία της συζήτησης;
Πώς επιβάλλω το σεβασμό σε όλους τους ομιλητές και τις απόψεις;
Πώς διασφαλίζω την εγκυρότητα των αποφάσεων;
Όλα αυτά, αγαπητοί μου, θέλουν χρόνο. Η εκλογική διαδικασία κρατάει ελάχιστα κι όλοι πάμε σπίτια μας, στις δουλειές μας. Κάποτε τσακώθηκα με συνάδελφο που ήρθε με την κάλπη να πάρει τις ψήφους άρον άρον από το τμήμα μου, γιατί είχε, λέει, ραντεβού με το γιατρό του. Η μέρα των εκλογών ιδεώδης για ραντεβού.
Το μόνο ραντεβού που δεν θα προλάβουμε όμως είναι αυτό με τη δημοκρατία. Αυτή θα προσπεράσει.