Tuesday, December 30, 2008

Η βασιλόπιτα που έφτιαξα ΜΟΝΗ μου.



Πέρυσι τέτοιες μέρες σας έδωσα τη συνταγή της βασιλόπιτας της γιαγιάς μου, σας την έδειξα σε φωτογραφία,την κέρασα και σε έναν άπιστο Θωμά από σας, έστω και μπαγιάτικη, αλλά μόνο τη διεύθυνση του ζαχαροπλαστείου που την "αγόρασα" δεν μου ζητήσατε!
Αυτή τη φορά έχει πριν και μετά! Να δούμε τι θα πείτε τώρα!
Και...ναι η χρονολογία πήγε μισή μισή.
Εντάξει...με τρομάζουν οι αριθμοί ή τους τρομάζω.

Μια γλυκειά, ζουμερή, αφράτη, μυρωδάτη και νόστιμη χρονιά σε όλους σας, με ή χωρίς νόμισμα.

Thursday, December 25, 2008

Τα ζεστά μου Χριστούγεννα

Σήμερα χρονιάρα μέρα θα σας πω τα χρόνια πολλά, στέλνοντάς σας δυο φωτογραφίες από τη διαδρομή μου προς το μοναστήρι, όπου πήγαινα για τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία και δεν έφτασα ποτέ, λόγω παγετού.
Και για να ζεσταθούμε όλοι εορταστικά και υπέροχα, διαβάστε αυτό το πρόγραμμα από τη χριστουγεννιάτικη γιορτή ενός σχολείου της Θεσσαλονίκης.
Πόσες χώρες είναι καλεσμένες; Πόσα παιδιά διαφορετικής καταγωγής παρουσιάζουν τον πολιτισμό τους; Πόσο από το ξεχασμένο οικουμενικό όραμα των Χριστουγέννων ανακαλύψατε εδώ μέσα; Χάσατε το μέτρημα; Μετρήστε τότε πόσα σκαλοπάτια ανεβάζει την ελπίδα για τον τόπο μας και τα σχολειά του μια απλή σχολική γιορτή. (Και τη δική μου περηφάνια ως...νονάς βεβαίως...)







ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ 2008


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ


Χριστούγεννα στην καρδιά μου - Διαβάζει η μαθήτρια Φωτεινή Δ (Β2)
« Η Παρθένος σήμερον » - Κοντάκιο Χριστουγέννων από τη χορωδία του σχολείου
Κ. Βάρναλη : « Οι πόνοι της Παναγιάς »
Διαβάζει η μαθήτρια Μαριάννα Τ ( Γ4 )
Χομιάκοβ : « Φωτεινή γιορτή » ( Ρωσικό ποίημα )
Διαβάζει η μαθήτρια Μαρία Π ( Β2 )
Ρωσικό τραγούδι - Τραγουδούν μαθήτριες του Β2
« Το έλατο » - Τραγούδι από την ορχήστρα του σχολείου
Χορευτικό - Συμμετέχουν οι μαθήτριες :
Ελευθερία Β ( Β1 ), Παυλίνα Δ ( Γ2 ),
Ζωή Ζ ( Γ2 ), Ξένια Κ ( Γ2 ),
Αλεξάνδρα Κ (Γ2 ), Δέσποινα Μ (Γ2),
Μάγδα Μ ( Β4 ), Φωτεινή Π ( Β5 ),
Βαλίνα Σ ( Γ2 ), Πετρούλα Χ ( Γ6 ),
Σοφία Ψ ( Γ6 )
« Καλή χρονιά » ( Αλβανικό ποίημα )
Διαβάζουν οι μαθήτριες Κλάουσα Ν και Ρεσμίε Λ ( Α1 )
« Άγια Νύχτα » ( Διαπολιτισμική διασκευή σε 4 γλώσσες )
Από τη χορωδία του σχολείου
Φ. Κόντογλου : « Γιάννης ο Βλογημένος »
Διαβάζει ο Θωμάς Κ

« Μπροστά στην φάτνη » - Θεατρικό
Συμμετέχουν οι μαθητές Τάνια Χ-Έυα Κ-Λέντιο Κ- Νικολέτα Ι –Ελένη Κ-Δημήτρης Σ-Μαρία Π- Ελίζα Μ (Β τάξη)
« Καλή Χρονιά » ( Ρουμάνικο ποίημα )
Διαβάζει ο μαθητής Φλορίν Τ (Β3)
« Καλή Χρονιά» ( Ποίημα από τη Γεωργία )
Διαβάζει ο μαθητής Ηλίας Κ ( Γ4 )
Μ. Άβλιχου : « Χριστούγεννα »
Διαβάζει η μαθήτρια Βάσω Π ( Γ4 )
Mendelsson : « Οι ποιμένες γονατίζουν »
Από τη χορωδία του σχολείου
« Anoul nov » ( Ποίημα από τη Μολδαβία )
Διαβάζει ο μαθητής Ιγκόρ Ρ ( Γ4 )
«Γενναιόδωρο βράδυ στη γη» (Τραγούδι από την Ουκρανία)
« Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα » ( Ποίημα από τη Βουλγαρία )
Διαβάζει η μαθήτρια Βεσελίνα Μ ( Γ3 )
Ποντιακά κάλαντα - Από μαθητές της Β΄τάξης
Χορευτικό
Κάλαντα – Από τη χορωδία του σχολείου
Γαλλικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια
Από τους μαθητές της Γ΄τάξης


Η γενική επιμέλεια της γιορτής είναι της Αριάδνης Γ και της Χαρούλας Κ.
Την επιλογή των Ελληνικών κειμένων έκανε ο Θωμάς Κ.

Την επιλογή και επιμέλεια για τα ξενόγλωσσα κείμενα είχαν οι : Βαΐτσα Μ- Μαρία Α - Σπυριδούλα Α -Ελένη Μ -Σωτήρης Ν τους οποίους και ευχαριστούμε.
Η μουσική επιμέλεια και η διεύθυνση της χορωδίας είναι του
Βαγγέλη Σ.
Τα χορευτικά επιμελήθηκε η Βερονίκη Τ.
Η επιμέλεια προβολής εικόνων είναι της Σοφίας Ν.
Ευχαριστούμε για τη βοήθειά τους την Κα Κ -την αγαπημένη μας Αγγελική - τη Θεοδώρα Ι, τη Σούλα Κ, το Γιάννη Γ και τα παιδιά του σχολείου που βοήθησαν στη διακόσμηση.

Sunday, December 21, 2008

Οι μαθητές μάς παρουσιάζουν τα παιδιά των εργοστασίων του 19ου αιώνα.




Εν μέσω καταλήψεων, πορειών και επεισοδίων εμείς βρήκαμε λίγο χρόνο να παρουσιάσουμε μια εργασία των περυσινών μαθητών της Τρίτης στην ιστορία. Ήρθαν, ενώ είχαν κατάληψη στο διπλανό μας λύκειο, και μας παρουσίασαν το θέμα ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Συγχρόνως έγινε και μικρή αναφορά στο τι συνέβαινε τότε στη χώρα μας. Στον επίλογο αναφερθήκαμε και στο τι γίνεται σήμερα στη χώρα μας και στον κόσμο.
Έχει σημασία, πρώτα απ’όλα, να πούμε ότι οι μαθητές αυτοί εργάστηκαν με δικά τους μέσα, στα σπίτια τους, χωρίς το σχολείο να είναι σε θέση να τους συνδράμει τεχνολογικά στην έρευνά τους. Μετέφρασαν αποκλειστικά σχεδόν ξενόγλωσσες πηγές από το διαδίκτυο, χρησιμοποίησαν γνώσεις πληροφορικής, αλλά και επιστράτευσαν τα ελληνικά τους και τις ιστορικές τους γνώσεις , χωρίς αυτή η συνεργασία να γίνει τυπικά και επίσημα, όπως προβλέπουν τα διαθεματικά πρότζεκτ. Ερασιτεχνική δουλειά, με την καλή έννοια, γιατί τα παιδιά αγαπήσανε την ιστορία που ερευνάς και δεν σου δίνεται έτοιμη και τελεσίδικη. Ερασιτεχνική όμως και με την ειρωνική έννοια, γιατί το σχολείο δεν έχει άλλο τρόπο σήμερα να προσεγγίσει τη γνώση που δεν βασίζεται στην κιμωλία, στον πίνακα και στο μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο, παρά μόνο αναλώμασι γονέων και κυρίως με αθεράπευτο νεανικό ερασιτεχνισμό.
Δηλώνω υπερήφανη που τους είχα μαθητές μου και τους ευχαριστώ που δέχτηκαν να μας παρουσιάσουν έστω και αργά την εργασία τους, αφού τώρα καταφέραμε να έχουμε τον τεχνολογικό εξοπλισμό.
Να μερικά αποσπάσματα και φωτογραφικό υλικό:
ΣΥΝΘΗΚΕΣ: Παιδιά από 4 ετών δούλευαν στα εργοστάσια, κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες, αναγκαστικά, αφού πολλές φορές ήταν ορφανά. Για τις συνθήκες και τον τρόπο συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά ο John Allett δηλώνει χαρακτηριστικά στον Michael Sudler πως θα προτιμούσε να βλέπει τα παιδιά να πεθαίνουν από την πείνα, παρά να τους συμπεριφέρονται με τον συγκεκριμένο τρόπο. Ο Charles Aberdeen δηλώνει πως η αύξηση της εργασίας μειώνει το 1/10 της ζωής των παιδιών και πως το όριο ζωής τους δεν ξεπερνά τα 40 χρόνια! Σύμφωνα με την Ελίζαμπεθ Μπέντλεϊ, η σκόνη στα υφαντουργία κατέστρεψε τα πνευμόνια και τα κόκκαλά της, σε σημείο που να μην μπορεί να εργαστεί άλλο σε εργοστάσιο, από τα 23 της! Ο Στέφεν Μπίνις αναφέρει πως στα υφαντουργεία η θερμοκρασία του αέρα έφτανε τους 80ο C, του νερού 110ο -120ο C και τα παιδιά υπέφεραν, καθώς έβρεχαν τα χέρια τους συνέχεια με το καυτό νερό. Τα παράθυρα έμεναν κλειστά και κινδύνευαν να πεθάνουν από την αλλαγή της θερμοκρασίας, όταν έβγαιναν στο κρύο. Κοιμόντουσαν 3 σε 1 κρεβάτι, παρόλο που τους υπόσχονταν καλύτερη ζωή. Ο Τζον Μπίρλεϊ θυμάται τη μέρα που τον πήραν να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο, γυναίκες να κλαίνε και μια να φωνάζει πως θα ξέφευγε από τη θέση του. Ένα άλλο παιδί, ο Ρόμπερτ Μπλινκε απέκτησε σοβαρό πρόβλημα στο γόνατο, ζώντας την όμορφη ζωή που του υποσχέθηκαν.



Τα παιδιά έπιαναν συνήθως δουλειά σε κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες. Εκεί η δουλειά που έκαναν τα μικρότερα, έξι με εφτά χρονών, ήταν αυτή των «σκουπιδιάρηδων». Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να μαζεύουν το μαλλί που είχε πέσει στο πάτωμα του εργοστασίου. Περιλάμβανε όμως και το σύρσιμο κάτω από τις μηχανές που δούλευαν, με πολύ συχνά τα ατυχήματα. Φυσικά, απαγορεύονταν να κάτσουν τα παιδιά κάτω ή να ξεκουραστούν. Μια άλλη σημαντική δυσκολία ήταν ο τρόμος που ένιωθαν τα παιδιά, ακούγοντας και μόνο το μηχάνημα πάνω από τα κεφάλια τους, η σκόνη που υπήρχε μέσα στα εργοστάσια και τα έπνιγε, και ένας δυνατός πόνος στη μέση από τη σκυφτή στάση που έπρεπε να έχουν διαρκώς. Πάντα όμως ακούγονταν και η αντίθετη άποψη των εργοστασιαρχών. Σύμφωνα μ’ αυτούς η δουλειά που είχαν να κάνουν τα μικρά παιδιά ήταν πανεύκολη, αφού απλά περπατούν και, όποτε θέλουν, μπορούν να καθίσουν.


Σε όλες αυτές τις ώρες δουλειάς, δεν υπήρχε καμιά ευκαιρία ξεκούρασης. Όποιος τολμούσε να καθίσει το πλήρωνε στην κυριολεξία με αίμα. Ο Στέφεν Μπίνις, ο οποίος έγινε επιτηρητής, δηλώνει ότι τα παιδιά, για να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, τρώνε συνέχεια ξύλο και πως κάθε φορά που υπάρχει κάποιο αντικείμενο, στο οποίο μπορούν να ξεκουραστούν, διατάζει να εξαφανιστεί. Ο Τζον Μπίρλεϊ θυμάται μια φορά που ο γιος ενός τεχνίτη τον χτυπούσε, μέχρι που τρόμαξε. Ο Τζον λιποθύμησε από τον πόνο και ο άγριος νέος νόμιζε πως τον είχε σκοτώσει. Υπήρχαν όμως κι επιτηρητές που λυπούνταν τα παιδιά. Ο Ρόμπερτ Μπλίνκε αναφέρει πως υπήρχε κάποιος που δεν άντεχε τις φωνές των παιδιών και το αίμα που έσταζε από το ξύλινο ταβάνι και έκανε παρατηρήσεις στους επιτηρητές. Όταν όμως η βάρδια του τελείωνε, οι υπόλοιποι τσάκιζαν τα παιδιά.



Οι τιμωρίες που δέχονταν τα παιδιά, ακόμα και για ασήμαντες αφορμές ήταν πάρα πολύ σκληρές και συνήθως επιβάλλονταν από τους επιτηρητές. Τα παιδιά τους φοβούνταν και τους μισούσαν γι’ αυτά που έκαναν. Οι τιμωρίες μπορεί να ήταν μαστίγωμα ή άγριο γρονθοκόπημα, αρκετές φορές μέχρι θανάτου. Οι προφάσεις που έβρισκαν για να τιμωρήσουν ήταν η παραμικρή καθυστέρηση των παιδιών στη δουλειά ή και η «ανικανότητά» τους να επιτελέσουν κάποια εργασία, ανεξάρτητα από το βαθμό δυσκολίας της. Ακόμη, αν υπήρχε η οποιαδήποτε υποψία ότι κάποιος εργάτης, μεγάλα κορίτσια κυρίως, ηλικίας 17-18 χρονών, μπορεί να το έσκαγαν, τότε έδεναν στα πόδια τους σίδερα, με τα οποία έπρεπε να κυκλοφορούν συνέχεια. Αυτά τα σίδερα δένονταν γύρω από τους αστραγάλους και τους γοφούς και συνδέονταν μεταξύ τους. Έτσι, τα κορίτσια έπρεπε να φορούν λιγότερα ρούχα, ακόμη και στο βαρύ χειμώνα. Φυσικά, και σ’ αυτή την περίπτωση, υπήρχαν κάποιοι που υποστήριζαν ότι αυτά ήταν οι εξαιρέσεις και όχι ο κανόνας.



Τα ατυχήματα ήταν επίσης πάρα πολλά. Προς το τέλος της ημέρας, τα παιδιά ήταν πολύ κουρασμένα και λιγότερο προσεκτικά. Ο Τζον Άλετ ήταν αυτόπτης μάρτυρας ενός ατυχήματος: Ένα νυσταγμένο παιδί ετοίμαζε το μαλλί για τη μηχανή παραγωγής υφάσματος. Ένα λουρί όμως τον τράβηξε και τον έσυρε στη μηχανή. Το παιδί διαμελίστηκε.

Ένα κορίτσι ονόματι Μέρι Ρίτσαρντς, η οποία ήταν πάρα πολύ όμορφη, έφυγε από το πτωχοκομείο σε ηλικία 10 ετών, για να δουλέψει σε εργοστάσιο. Το ατύχημα έγινε ένα απόγευμα, όταν η ποδιά της πιάστηκε στο κοντάρι της μηχανής. Σε μια στιγμή το καημένο το κορίτσι σύρθηκε με ακαταμάχητη δύναμη και συντρίφτηκε πάνω στο πάτωμα. Όλοι άκουσαν τις κραυγές της. Ο Μπλίνκε έτρεξε προς το μέρος της, αβοήθητος και κατατρομαγμένος από την τρομαχτική αυτή σκηνή. Την είδε να στροβιλίζεται γύρω γύρω, μαζί με το κοντάρι. Άκουγε τα κόκκαλά της να σπάνε, να συντρίβονται, καθώς το μηχάνημα τη στροβίλιζε γύρω και τράβαγε όλο και πιο σφιχτά το σώμα της μέσα, το αίμα της σκορπίζονταν πάνω στα τελάρα και έρρεε πάνω στο πάτωμα. Το κεφάλι της έγινε χίλια κομμάτια. Στο τέλος, το κατακρεουργημένο σώμα της συνθλίφτηκε τόσο γρήγορα ανάμεσα στο κοντάρι και στο πάτωμα, που το νερό χαμήλωσε και οι τροχοί σταμάτησαν. Τότε σταμάτησε και το κεντρικό κοντάρι. Όταν το σώμα της απαγκιστρώθηκε, κάθε κόκκαλό της βρέθηκε σπασμένο. Τη μάζεψαν σχεδόν πεθαμένη.




Η ζωή στα εργοστάσια ήταν πολύ δύσκολη για τα παιδιά. Σκληρή δουλειά, κακή τροφή, τιμωρίες, ατυχήματα, αναπηρίες, αρρώστιες, θάνατος. Ο Σάμουελ Φίλντεν που σε ηλικία 8 χρονών δούλευε σε εργοστάσιο βαμβακιού έγραψε στην αυτοβιογραφία του: « Αν ο διάβολος είχε έναν συγκεκριμένο εχθρό, τον οποίο ήθελε να βασανίσει ανελέητα, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει είναι να πάρει την ψυχή του και να τη βάλει μέσα σε ένα εργαζόμενο παιδί στα εργοστάσια και να τον κρατήσει εκεί μέχρι το τέλος του.»


video





ΥΓ1: Γι' αυτή την εργασία δούλεψαν οι μαθητές: Χρύσα Μπ., Αθανασία Ν, Κατερίνα Σ, Δημήτρης Σ, Στέφανος Π, Λίνα Οι., η οποία βοήθησε και στην τεχνική επιμέλεια.
Δηλώνω υπεύθυνα ότι τα γεγονότα και τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην εργασία, ουδεμία σχέση έχουν με σημερινά γεγονότα και καταστάσεις. Άλλωστε, εμείς εδώ τα αγαπάμε τα παιδιά μας...
YΓ2: Ούτε το: you won't fool the children θέλει να μας πει τίποτα. Προς θεού...

Tuesday, December 16, 2008

Τα παιδιά ενάντια στη Βαστίλη


Τον Δημήτρη τον Μαριόλη τον έβρισκα πάντα πολύ ριζοσπαστικό. Με έχει κατατρομοκρατήσει αρκετές φορές η θέα του στην τηλεόραση, πρώτη μούρη απέναντι στα ΜΑΤ, δαρμένου και ψεκασμένου. Ένας τύπος που δεν τα πάει καλά με τον καναπέ του. Δάσκαλος, συνδικαλιστής, αγωνιστής χωρίς εισαγωγικά. Παντρεύτηκε κι ένα δικό μας κορίτσι, ο τυχερός, και προσπαθεί να κατατροπώσει και τα ψάρια μας, αλλά αυτά...αντιστέκονται, τα αφιλότιμα.
Σήμερα πρωί πρωί, έπεσα πάνω σε ένα κείμενό του στο alfavita. Ήταν από αυτά που παλιά με ευκολία θα τα χαρακτήριζα υψιπετή, υπερεπαναστατικά και θα έμενα μόνο στην αρτιότητα της έκφρασής τους. Τώρα, δεν έγινε έτσι. Δεν βρήκα το κουράγιο να αποστασιοποιηθώ, δεν ένιωσα ασφαλής στις απόψεις μου, ούτε καλοκαθισμένη στον καναπέ μου.
Κι έτσι σας το παραθέτω αυτούσιο ως μια μικρή εξιλέωση που δεν ήμουν εκεί και κυρίως που δεν πιστεύω ακόμη ότι μπορώ να είμαι εκεί.

Τα παιδιά ενάντια στη Βαστίλη



Του Δημήτρη Μαριόλη



Από την πρώτη στιγμή της δολοφονίας φάνηκαν ξεκάθαρα τα βαριά σύννεφα που κρέμονταν πάνω από τον ουρανό της Αθήνας. Όλοι οι θυμοί που ξεχείλισαν, το βράδυ της 6ης Δεκέμβρη ενώθηκαν σε ένα ποτάμι νεανικής και κοινωνικής οργής και αγανάκτησης που παρέσυρε τα πάντα. Η κραυγή της εξέγερσης μπορεί να μας φαίνεται άναρθρη και πολιτικά αδιέξοδη. Όμως αυτή η εξέγερση είναι το ξέσπασμα της οργισμένης αλήθειας. Τα πεζοδρόμια που αναστατώνει πετούν σπίθες δικαιοσύνης. Και με ποιο δικαίωμα αλήθεια, θα παραστήσουμε τους εισαγγελείς εμείς και θα σηκώσουμε το δάχτυλο νουθετώντας ; Εμείς που δεν παραδώσαμε σ΄ αυτά τα παιδιά ούτε ίχνος κοινωνικού οράματος από όλα τα ευγενικά συλλογικά όνειρα που φλόγισαν τη νιότη μας ;

Όσοι είχαν κομματικό και κοινωνικό συμφέρον να σταθούν απέναντι σε αυτή την εξέγερση, κρύφτηκαν νωρίς – νωρίς πίσω από το Πένθος, μίλησαν με τη γλώσσα του Στυλιανίδη και του Κούγια κι ήταν το καλύτερο που μπορούσαν να κάνουν.

Όσοι δίστασαν μπροστά στα γεγονότα, έμειναν θεατές κι έκαναν μάθημα τις ημέρες που έπρεπε να παραδώσουν άλλου είδους μαθήματα – αυτοί έχουν το χρόνο να το ξανασκεφτούν και να τιμήσουν το παρελθόν τους .



Όμως, όσοι περπατούν αυτές τις μέρες στους δρόμους της φωτιάς, αντικρίζουν εικόνες που θα σημαδέψουν όλη τη ζωή τους. Μέσα από τις φλόγες και τους καπνούς της εξέγερσης ξεπροβάλλουν όλοι οι ήρωες του Βίκτωρα Ουγκώ. Ο Μάριος, ο Ενζολοράς και οι ευγενικές φυσιογνωμίες των εξεγερμένων φοιτητών. Ο Γιάννης Αγιάννης, ευθυτενής και ασπρομάλλης, να ορθώνει ειρηνικά τα εβδομήντα χρόνια του ανάμεσα στους μαθητές και τα ΜΑΤ μπροστά στο κοινοβούλιο. Ο τρομερός Ιαβέρης, σκοτεινή σκιά με τα χίλια πρόσωπα, ο Νόμος που κινείται ενάντια στο πλήθος σαν αρπαχτικό, με το πρόσωπο του «ακροδεξιού» ή του «αγανακτισμένου πολίτη». Ο μικρός Γαβριάς και τα χαμίνια του δρόμου, που βγάζουν τη γλώσσα τους στις λεγεώνες και απαντάνε στα δακρυγόνα με νεράντζια, στα γκλομπ με χαλικάκια. Κι ακόμη – γιατί να το κρύψουμε – οι Θερναδιέροι και οι λούμπεν, οι Άθλιοι των Αθηνών και οι πλιατσικολόγοι. Μόνο που οι αληθινοί Πλιατσικολόγοι της εποχής μας φορούν κοστούμια και είναι ευυπόληπτοι πολίτες, στο Πραγματικό Μεγάλο Πλιάτσικο σήμερα πρωταγωνιστεί η Σοφοκλέους και η Βασιλίσσης Σοφίας, όχι η Αιόλου, η Πειραιώς και η Αθηνάς.



Ολόκληρος ο στρατός των δημοσκόπων, των πολιτικών αναλυτών, των κοινωνιολόγων και των πολιτικών επιτελείων, ατενίζει από το ύψος της κοινωνικής του θέσης αυτή τη φλεγόμενη άβυσσο με ίλιγγο και δέος. Ολόκληρο (ή σχεδόν ολόκληρο) το πολιτικό σύστημα φοβερίζει, απειλεί, εκλιπαρεί για ηρεμία, τάξη και ασφάλεια. Οι πολιτικές ηγεσίες διαγκωνίζονται υπολογίζοντας κέρδη και ζημιές, μετρώντας ψήφους και ποσοστά. Όλες οι επίσημες πολιτικές δυνάμεις κοστολογούν και συμψηφίζουν τα κοινωνικά και εκλογικά αποτελέσματα της θύελλας – με θλιβερή εξαίρεση το ΚΚΕ που μετρά αποκλειστικά και μόνο ψήφους.



Ο Β. Ουγκώ έγραφε : «αν πιστέψει κανείς τα θέσφατα μερικών καταχθόνιων πολιτικών, μια ταραχή είναι ωφέλιμη στο καθεστώς. Το δυναμώνει χωρίς να το ανατρέπει. Δοκιμάζει την πίστη του στρατού, συγκεντρώνει την αστική τάξη, ξεμουδιάζει την αστυνομία, δοκιμάζει την αντοχή του κοινωνικού σκελετού». Η κυβέρνηση σήμερα παίζει το μόνο χαρτί που της απέμεινε. Το χαρτί του Σαρκοζί, τη συσπείρωση δηλαδή της γαλλικής πλειοψηφίας απέναντι στα παρισινά προάστια που φλέγονταν πριν τρία χρόνια και την άγρια καταστολή της εξέγερσης. Τραπεζίτες, καταστηματάρχες και ασφαλιστικές εταιρίες, έμποροι και νοικοκυραίοι, υπάλληλοι, κάτοικοι των αστικών κέντρων και γονείς σε νευρική κρίση επιδιώκεται να μπούμε όλοι στο ίδιο τσουβάλι και με μακρύ χέρι τον ακροδεξιό συρφετό και τις φασιστικές συμμορίες να «βάλουμε ένα τέλος σε όλα αυτά». Η καταστολή της νέας γενιάς από τη σιωπηρή πλειοψηφία είναι το μόνο σοβαρό κυβερνητικό σχέδιο, τα υπόλοιπα περί δήθεν παραιτήσεων υπουργών και εκφράσεων θλίψης για το 15χρονο είναι για τους αφελείς.

Γι' αυτό η αστυνομική βαρβαρότητα προχώρησε σε μια τρομερή ιεροσυλία χτυπώντας στο ψαχνό ακόμα και στην κηδεία του παιδιού. (Ούτε η Χούντα, ούτε οι Γερμανοί δεν χτυπούσαν την ώρα της κηδείας !)

Γι' αυτό, κάθε μέρα τα ΜΑΤ συλλαμβάνουν και κακοποιούν δεκάδες μαθητές ακόμα και στις πιο ειρηνικές διαδηλώσεις.

Μόνο που εδώ δεν είναι τα προάστια του Παρισιού, είναι ολόκληρη η χώρα κι είναι τα παιδιά, τα δικά μας παιδιά αυτά που «πρέπει να χτυπηθούν». Κι ακόμα δεν έχουμε 2005 αλλά 2008, οι φτωχοί και οι μικρομεσαίοι συμπιέζονται, δυσφορούν, αγανακτούν, αγωνιούν για το μέλλον που τους επιφυλάσσει η κρίση.



Το δίλημμα είναι εδώ μπροστά μας κι εξαρτάται κι από μας η εξέλιξη των γεγονότων. Να πάρουμε λοιπόν θέση. Απερίφραστα. Έμπρακτα. Με τα παιδιά, ενάντια στη Βαστίλη. Με τα πλατιά κοινωνικά δικαιώματα, ενάντια στο άδικο. Με τη δύναμη των πολλών, ενάντια στη δύναμη των ισχυρών. Ραντεβού στους δρόμους…

Sunday, December 14, 2008

What is that? (Τι είναι αυτό;) 2007


Τι είναι αυτό; Τι είναι αυτό;
Όσες φορές και να ρωτήσουμε μη δυσανασχετήσετε.
Να έχετε την ίδια υπομονή που είχαμε, όταν σας μεγαλώναμε, που έχουμε- όσοι έχουμε- όταν σας διδάσκουμε.
Κάποτε θα καταλάβουμε.
Κάποτε θα σας καταλάβουμε.

Monday, December 8, 2008

Κυρία, το κλείσαμε!

Έχουν πολλούς λόγους να μείνουν σπίτι.
Ζουν στη χώρα του βολέματος, που όλοι περιμένουν την καλή και μέχρι τότε, κλείνονται στο μικρόκοσμό τους και πέρα βρέχει. Οι γονείς τους, αμήχανοι, δεν ξέρουν αν πρέπει να είναι υπερήφανοι που δεν κονομάνε, που δεν τα πιάνουν. Δεν ξέρουν αν πρέπει να τα γαλουχήσουν στην εντιμότητα, την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, την αξιοκρατία. Φοβούνται μήπως αύριο δεν θα έχουν εξαιτίας αυτών των αρχών, όχι μόνο πολλά λεφτά και αναγνώριση, αλλά ούτε καν επιβίωση.
Εμείς οι δάσκαλοί τους πολλές φορές, όσο και να προσπαθούμε αρκετοί για το αντίθετο, δεν καταφέρνουμε να τους δώσουμε όπλα και οράματα και όνειρα να πορευτούν μέσα στην ομίχλη και το ζόφο που τα περιβάλλει.
Η καθημερινότητά τους σε ρυθμούς εξοντωτικούς, σχολείο, μετά φροντιστήριο, ενδιάμεσα και ανάμεσα διάβασμα, εξωσχολικές δραστηριότητες. Η ξενοιασιά, το ανέμελο παιχνίδι, η δημιουργική ονειροπόληση που τροφοδοτούν την ανάπτυξη των υγιών ανθρώπινων πλασμάτων, γίνονται όλο και πιο μακρινά και δυσεύρετα.
Φαίνονται χορτάτα, χαϊδεμένα, είναι καλοντυμένα,θα μπορούσες να πεις και κακομαθημένα. Βουτυρόπαιδα, σοκολατόπαιδα. Εμείς που τα ζούμε καθημερινά ξέρουμε πολύ καλά πόσο πλαστή είναι αυτή η εικόνα. Πόσος πόνος κρύβεται μέσα στα χίλια δυο γκαζετάκια, στα σινιέ ρούχα και στα περίεργα μαλλιά και σκουλαρίκια. Τι σημαίνει μια οικογένεια σκορποχώρι. Πόσο δύσκολο να είσαι εσύ ο γονιός των γονιών που έχουν συντριβεί κοινωνικά, ψυχικά. Τι είναι να μην έχεις ένα σταθερό σημείο να πιαστείς, αυτό έστω που είχαμε παλιά, το σόι, η γειτονιά, οι παππούδες.
Οι οθόνες που τα περιβάλλουν τους δίνουν αντιφατικά μηνύματα. Το καταναλωτικό όνειρο και οι κούφιες αξίες από τη μια, τα μεγάλα λόγια, αγώνες, δημοκρατία, παιδεία, πολιτισμός, από την άλλη. Γι' αυτά ο πολιτισμός μας είναι το ίδιο άπιαστος και αόριστος με τα πανάκριβα αυτοκίνητα και τις βίλες. Το ίδιο ξένος. Φροντίζουμε να τα κρατάμε σε απόσταση από αυτόν και να τα μπουκώνουμε με πληροφορίες, γνώσεις άχρηστες, γνώσεις χρησιμοθηρικές, κενές ουσίας θρεπτικής, όπως τα τζανκ φουντ που τα ταΐζουμε.
Ακόμα κι αυτοί που θέλουν να τα βγάλουν από το σπίτι, τους έχουν έτοιμη τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσουν. Με τα δικά τους χρώματα, τη δική τους οριοθέτηση. Μέρος ενός κινήματος διαμαρτυρίας, κομμένου και ραμμένου στις κομματικές ντιρεκτίβες, στις ιδεολογικές αγκυλώσεις τις παρωχημένες.
Σήμερα βγήκαν μόνα τους.
Τα βρήκα στο δρόμο μου προς το σχολείο.
"Γεια σας, κυρία!" Και μετά "Δεν θα περάσει!"
Σκότωσαν έναν δικό τους. Έναν πιτσιρικά που πήγε να "την πει" σε έναν "μπάτσο", έτσι για "τσαμπουκά", έτσι όπως κάνει την επανάστασή του κάθε πιτσιρικάς, πριν να φορέσει σινιέ κουστουμάκι και στολή, πριν να βολευτεί και να κλειστεί στο σπίτι. Μόνο που αυτός δεν θα έχει την ευκαιρία να "διορθωθεί" να κάτσει σπίτι.
Γέμισαν οι δρόμοι, η γειτονιά, η πλατεία. "Κυρία, το κλείσαμε!" "Καλά κάνατε!" Πρώτη φορά από μένα ακούσανε κάτι τέτοιο, που ούτε μια μέρα κατάληψη δεν σηκώνω στο σπαθί μου. "Αλήθεια;"
Αλήθεια!
Σ' αυτή τη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, τα παιδιά δεν τα έχουμε για σκότωμα!

Friday, December 5, 2008

Γραπτή έκθεση με θέμα...



Σήμερα πέρασα ωραία. Ήμουν ο ντισκ- τζόκεϊ (πώς το λένε αυτό στα ελληνικά τώρα;) σε ένα πάρτι. Και συγχρόνως με έβαλαν και πρώτων βοηθειών, γιατί με βρήκαν πρόχειρη. Το πάρτι είχε θέμα: "Γράφω για τη φιλία" Τα κομμάτια που πρότεινα για χορό ήταν: "Σας παρουσιάζω το φιλαράκι μου", "Μια φιλία που χάλασε", "Ο φίλος μου δεν είναι Έλληνας" και "Μπορεί να υπάρξει φιλία μεταξύ ατόμων διαφορετικού φύλου;"
Ο καθένας διάλεξε ένα κομμάτι που του ταίριαζε και βάλθηκε να ακολουθήσει το ρυθμό με το μολύβι του. Το τι χορό έριξαν τα μολύβια δε λέγεται. Φαίνεται πως από τον πολύ χορό κάποιοι χρειάστηκαν και πρώτων βοηθειών, γι' αυτό κάθε τόσο με φώναζαν και πήγαινα να φροντίσω τον τραυματία και να τον ξαναβάλω στο γλέντι. Μου άρεσαν πολύ οι καντρίλιες των παρουσιάσεων. Διάφορα φιλαράκια, διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων παρήλαυναν στην πίστα, λέγανε τα δικά τους, υποκλίνονταν και έφευγαν. Μετά ήρθαν τα βαριά ζεμπέκικα των πικραμένων φίλων. Τι παρεξηγήσεις, τι καυγάδες, τι εγώ που σε εμπιστεύτηκα και με πρόδωσες, τι γεννήθηκες για την καταστροφή και αλήτη μ' είπες μια βραδιά... Μετά ήρθε ένα ωραίο μπάλο νησιώτικο, με ντάμα και καβαλιέρο, που συντόνιζαν τα βήματά τους και μια χάνονταν, μια πλησίαζαν. Τέλος, είχαμε τα έθνικ. Χορευτές από διαφορετικές χώρες έδειχναν τους χορούς τους σε Έλληνες κι αυτοί τους μάθαιναν τσάμικα και καλαματιανά.
Να περιμένετε ανταπόκριση από το πάρτι στην Πολύχρωμη Τάξη, εκεί θα δείτε πόσο ωραία περνάμε εμείς οι ντισκ- τζόκεϊ, όταν στο πάρτι μας χορέψουν τόσο καλά.

Tuesday, December 2, 2008

Εδώ οι καλές ενέσεις!

Χρειάζομαι επειγόντως ποιητική βοήθεια. Η ολοένα και καλπάζουσα επέλαση του ομιχλώδους με συνέχει. Συνεδριάσεις, συναστρίες, συγκυρίες δυσοίωνες. Ανοίγω το κουτί πρώτων βοηθειών. Κερνάω:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ



Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.
Δοσολογία: Μία ακρόαση κάθε πρωί και δύο αναγνώσεις προ του ύπνου.

Thursday, November 27, 2008

Αφιερωμένο...


let it be: Τα λόγια που μας αρέσει να ακούμε τις συννεφιασμένες νύχτες, τα λόγια που μπορούν να καθησυχάσουν τους φόβους μας, να απαλύνουν την αγωνία μας για το αύριο. Απόψε αφιερωμένα σε αγαπημένο φίλο που είναι λίγο στενοχωρημένος.
And when the night is cloudy,
There is still a light that shines on me,
Shine on until tomorrow, let it be.
Γιατί κι εκείνος έχει ανάψει πολλές φορές ένα φως σε συννεφιασμένες νύχτες για μένα.

Monday, November 24, 2008

Το τυχερό δεκατριάρι

Κράταγες το γραπτό σου σήμερα κι έλαμπες! Πάνω του ένα ολοστρόγγυλο δεκατριάρι. Πρώτη φορά έβλεπες τέτοιο νούμερο κατακόκκινο πάνω στην κόλλα. Για πολύ καιρό οι αριθμοί άρχιζαν από το μηδέν. Μηδέν πέντε, μηδέν επτά...Σαν πράκτορες σε έργο κατασκοπείας δευτέρας διαλογής. Λίγο μετά, άρχισαν να έχουν δύο ψηφία, αλλά κι αυτά μόνο...δυαδικής έμπνευσης. Το 1 και το ο, το 1 και το 1, και πάλι να παραπατάνε οι άσσοι και να τους παίρνουν την πρωτιά τα μηδέν. Μάχη κι αυτή! Το βαρύ πυροβολικό της ήταν ένα ποίημα. Σαραντάρης. Μπήκε στην τάξη και μαζί του μια θάλασσα. Να απλώνεται και να ξυπνάει δίπλα σε κοιμισμένους μαθητές, να βρέχει τα θρανία, τις σάκες. Ψάχνανε όλοι να βρούνε τους "μαιάνδρους της μέρας" κι αυτοί παίζανε κρυφτό πίσω από την έδρα, σκαρφάλωναν στον πίνακα, να μην τους πιάσουν. Μετά που τραβήχτηκαν τα νερά αποκαλύφθηκε ένα καινούριο τοπίο. Όλα είχαν αλλάξει. Κι εσύ. Την άλλη μέρα έφερες ένα ποιηματάκι. Σου έμοιαζε πολύ, ντρέπονταν, μίλαγε σιγά, αλλά ήταν πολύ όμορφο, το κατάλαβαν όλοι, χαμογέλασε σε όλους. Μας μίλησε για το όνειρό σου που ήταν ολόιδιο με το δικό μας. Μια σύμπτωση!
Από τότε το ποιηματάκι με το καλό ποδαρικό του...σου έδωσε το δεκατριάρι το κόκκινο.
Και σε μένα μια κατακόκκινη μέρα σήμερα, μέσα στη σκοτεινή πόλη.
Σαν εκείνη τη μέρα του Σαραντάρη "που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη μετρήσει, που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη χωρέσει".

Friday, November 21, 2008

Πάμε να ανασάνουμε;

Μια ενημερωτική πρόταση από μένα για τις δύο επόμενες σαββατοκυριακάτικες εξόδους σας. Όχι, δεν με πήρανε στο Αθηνόραμα, είπα να παινέψω λίγο το σπίτι μου. Και τους σπιτικούς μου.Γιατί οι άνθρωποι που δουλεύουμε καλά μαζί, είναι οικογένειά μας, οικείοι, με την πιο ωραία απόχρωση της λέξης. Μια από αυτούς, η άξια συνάδελφός μου, η Αλίκη, η μουσικός μας. Πέντε χρόνια σχεδόν μαζί, διοργανώσαμε όμορφες γιορτές, χαρήκαμε μουσικές, τραγούδια, είδαμε τους μαθητές μας να τραγουδάνε, να έχουν μαζί τους όλη μέρα φλογέρες σαν να είναι μολύβια, να αναπτύσσουν δεξιότητες εξόριστες από τα σχολεία της παπαγαλίας και της χρησιμοθηρίας. Μια μουσικός που διδάσκει μουσική, όχι απλώς ιστορία της μουσικής ή κολυβογράμματά της, όπως συνηθίζεται.
Ας τη γνωρίσουμε λοιπόν και ως μουσικό, εκτός σχολείου, με το συγκρότημά της, την ΑΝΑΣΑ. Οικείο όνομα για μας, μα και οικεία ανάγκη.




Friday, November 14, 2008

Αμαρτίες εξομολογημένες, ηδονές αναμάρτητες.


Για όλα φταίει αυτό το λειβαδιανό μπλογκ που ανακάλυψα πρόσφατα. Μπήκα μέσα και μου μύρισαν φουρτάλιες, αμυγδαλωτά,λουκάνικα, ρακιά, σίσυρα. Γνήσιοι καλοφαγάδες οι Ανδριώτες και οι Ανδριώτισσες και ειδικά αυτές οι τελευταίες πολύ καλές μαγείρισσες, γιατί αγαπάνε κι οι ίδιες το φαγητό. Τα παραδοσιακά τραπέζια στο νησί θα τα ζήλευε σήμερα και το πιο απαιτητικό "κέτερινγκ". Η παράδοση φερμένη από την ανατολή, Σμύρνη, Πόλη, που πήγαιναν οι γυναίκες του, για να δουλέψουν, και έφερναν μαζί τους τις νοστιμιές και το υψηλό γούστο στο φαγητό, κυρίως όμως αυτή την αφθονία των εδεσμάτων. Απορώ πώς τα κατάφερναν να συντηρήσουν μια τέτοια παράδοση, σε ένα νησί με τόσο περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες. Δεν μιλάω μόνο για τις αστικές οικογένειες, ναυτικών και εμπόρων, αλλά κυρίως για τις αγροτικές που περιστασιακά κατέφευγαν στη θάλασσα ή στη μετανάστευση, όταν η γη δεν έφτανε να τους ζήσει. Και μόλις εξασφάλιζαν τη... συρμαγιά τους, γύρναγαν στη γη, σαν να μην είχαν φύγει ποτέ.
Θυμάμαι τα κεράσματα. Λοιπόν, ας πούμε πως πας επίσκεψη σε ένα τυπικό ανδριώτικο σπίτι. Πρώτα σου έβγαζαν το γλυκό του κουταλιού στο δίσκο με τα ποτήρια, το κουταλάκι και τον κεσέ. Ένας επισκέπτης της γιαγιάς μου, Αθηναίος, πήρε τον κεσέ με το γλυκό τριαντάφυλλο και τον άδειασε! Δεν ήξερε ο δόλιος πως έπρεπε να πάρει μόνο μια κουταλιά και μετά "εσλύσθνε" . Έπειτα έφερναν με τη σειρά, φοινίκι, κουραμπιέ, αμυγδαλωτό ή καλτσούνι ή και τα δύο. Μα το θεό σας λέω, και το καθένα με τελετουργία, πιατέλα, χαρτοπετσέτα και αν δεν τα έτρωγες, σακουλάκι να τα πάρεις μαζί σου. Πριν και μετά, ρακί για τους άνδρες, ροσόλι για τις γυναίκες. Όχι, δεν σταμάταγαν εκεί, έφερναν πάστα, όχι εμπορίου, σπιτική, με βούτυρα και μπισκότα και μαρέγκα, ή κάποιο γλυκό ταψιού. Τέλος είχε καφέ με κουλουράκια. Αργότερα αν συνεχίζονταν έβγαιναν και μεζέδες με κρασί. Κι όχι προγραμματισμένα, από τα "βρισκούμενα". Τώρα πώς βρίσκονταν μια απλή μέρα 10 διαφορετικά φαγητά και τώρα δεν μπορούμε να μαγειρέψουμε ή να φάμε το ένα;
Θα περίμενε κανείς αυτές οι γυναίκες με τόσο φαγητό να είναι τετράπαχες. Όχι, καθόλου. Η παραδοσιακή Ανδριώτισσα είναι αφράτη, με καμπύλες, αλλά ποτέ χοντρή. Και αυτό ήταν το πρότυπο της ομορφιάς. Οι αδύνατες έμεναν στα αζήτητα. Η συμβουλή της γιαγιάς μου όταν με έβλεπε να προσέχω το φαγητό μου ως κοπέλα, για να μην παχαίνω, ήταν "να τρως να 'σαι όμορφη". (Εδώ που τα λέμε, ακόμα βλέπω όμορφες γυναίκες στο νησί μου, σε μεγάλες ηλικίες, χωρίς λίφτινγκ, μακιγιάζ και τα χίλια δυο ψιμύθια του διαόλου.)
Εκεί όμως που το φαγητό είχε την τιμητική του, και οι καλοφαγάδες "λαμπρή", ήταν τα χοιροσφάγια. Τέτοια εποχή γίνονται. Αν σας το αφηγηθώ, αγαπητοί αναγνώστες, θα δείτε πόση επιείκεια πρέπει να δείχνετε σε μία γυριστρούλα που γαλουχήθηκε με τόσο διαφορετικά ιδεώδη από τα...politically correct (φιλοζωικά, ειρηνιστικά, χορτοφαγικά, ορθορεξικά και δε συμμαζεύεται) της εποχής μας και υμών των ιδίων.
Πρώτα να σας πω για τη χαρά και την ανυπομονησία που νιώθαμε την παραμονή. Πηγαίναμε και βλέπαμε το χοίρο στην κέλα του και το αστείο ήταν: "απόψε θα δει όνειρο κόκκινη κορδέλα στο λαιμό του". Την άλλη μέρα εμείς και οι άνδρες- σφαγείς και εκδορείς, απίκο από τα χαράματα. Οι άνδρες με τα μαχαίρια, εμείς με τις ποδίτσες.
Παρακολουθούσαμε με ενθουσιασμό ρωμαϊκού όχλου τη σφαγή. Καμαρώναμε τον καλό σφαγέα, που δεν δίσταζε από τα φριχτά ουρλιαχτά, και κάρφωνε επιδέξια το άτυχο ζώο. Οι ατζαμήδες, που τους ξέφευγε μισοσφαγμένος και έτρεχε στο χωράφι, γίνονταν καταγέλαστοι για καιρό. Μετά, στο γδάρσιμο και στο κατάκομμα των κρεάτων, περιμέναμε ανυπόμονα να πάρουμε τη φούσκα (ουροδόχο κύστη) να τη φουσκώσουμε κι αφού χορτάσουμε παιχνίδι, να τη σκάσουμε το βράδυ κάτω από το μεγάλο τραπέζι όπου καταφεύγαμε για σκανταλιές όλα τα αλητάκια.
Α, περιμέναμε και το γάιδαρο και τσακωνόμασταν ποιος θα τον προλάβει, για να τον σέρνει πίσω του δεμένο. Όπου γάιδαρος, η κάτω σιαγόνα του χοίρου.
Είχαμε και δουλειές, μας έστελναν να μοιράσουμε τα "πιάτα", ένα πιάτο με όλους τους χοιροσφαϊνούς μεζέδες στα σπίτια που δεν "κάναμε μαζί χοιροσφάγια", με πρώτες πρώτες τις έγκυες, μην τους μυρίσει κι αποβάλουν.
Ποιοι ήταν οι τυπικοί μεζέδες; Πρωί:μπριζόλα (μικρά κομματάκια μαγειρευτό χοιρινό με ρίγανη), πιλάφι, το συκώτι τηγανητό. Μεσημέρι: Το "μεσημεριανό" (μικρά κομματάκια χοιρινό κοκκινιστό), πατάτες κι όλα τα προηγούμενα συν τα σίσυρα αν είχαν βγει. Το βράδυ: Σούπα, βραστό, ψητό κατσαρόλας, ντολμάδες με λάχανο κι όλα τα προηγούμενα. Σε όλα τα τραπέζια άφθονη ρόκα και τουρσιά.
Τώρα πώς άντεχαν αυτοί οι άνθρωποι, μετά από τόση δουλειά, κι ενώ είχαν πάει και το απόγευμα στα ζώα τους, να γλεντάνε και να πίνουν, είναι απορίας άξιον.
Και για μας τα παιδιά όμως υπήρχε συνέχεια.
Χορτάτα από αίμα και παιχνίδι, ταϊσμένα με το ζόρι, αφού είχαμε "γκώσει" πια με τέτοια βαριά φαγητά, θέλαμε ένα μεζεδάκι ακόμα για τα αιμοδιψή ένστικτά μας: Πηγαίναμε κυνήγι. Μεγάλη παρέα, με φακούς, μπαίναμε σε ερειπωμένα σπίτια ή κελιά να πιάσουμε κομπογιάννηδες. Κάτι λιανά πουλάκια φουκαριάρικα, που δεν θυμάμαι τι τα κάναμε.
ΑΛΗΘΕΙΑ δεν θυμάμαι....

ΥΓ: Η υπέροχη φωτογραφία πάλι από το λειβαδιανό μπλογκ, ευχαριστώ αννούλα, εκ των υστέρων, αλλά με κολάσατε.

Thursday, November 6, 2008

Σκέψεις- προτάσεις για ένα εκπαιδευτικό σωματείο-μέρος δεύτερο.

Αν ποτέ δημιουργούνταν ένα σωματείο εκπαιδευτικό, ποιες θα ήθελα να είναι οι βασικές αρχές του;
Πώς θα μπορούσε να συμβάλει στην αναβάθμιση του σχολείου, χωρίς να εμπλακεί στο συνδικαλιστικό τομέα, με όλες τις παρενέργειες που εγκυμονεί αυτό;
Τι θα μπορούσε να ενώσει ανθρώπους διαφορετικής πολιτικής και συνδικαλιστικής προέλευσης, επαγγέλματος, μόρφωσης, ηλικίας, με κοινό τους γνώρισμα την αληθινή έγνοια για την παιδεία;
Τι συνιστά σήμερα αλήθεια βήμα προόδου για την ελληνική εκπαίδευση; Κάποτε ήταν η καλλιέργεια των θετικών επιστημών και η εισαγωγή της δημοτικής. Πόσο αλλάξαμε από τότε; Και δημοτική έχουμε και θετικές επιστήμες εν αφθονία στο σχολείο. Τώρα τι μας λείπει;
Θα επιχειρήσω μια πρώτη καταγραφή, ένα άνοιγμα ενός τραπεζιού για διάλογο.
Πρώτα απ' όλα να αναφέρω ότι ταυτίζομαι απόλυτα με την άποψη του συναδέλφου μου, θερσίτη: η λήξη της καρκινοβασίας της ελληνικής κοινωνίας και δημόσιας ζωής μόνο μέσα από την ανάσταση του δημόσιου σχολειού μπορεί να επιτευχθεί.
Για μένα λοιπόν, αναστημένο σχολείο είναι το ανοικτό σχολείο. Ανοικτό στην κοινωνία, στον πολιτισμό, στο διάλογο, στις άλλες εθνικότητες, γλώσσες και κουλτούρες, στα νέα επιστημονικά δεδομένα, στην τεχνολογία, στα προβλήματα που απασχολούν τους μαθητές και τις οικογένειές τους.
Πρώτα να αρχίσω από τα...φιλολογικά μου γένια. Η ανθρωπιστική παιδεία σήμερα (με την ευρύτερη έννοια των ανθρωπογνωστικών επιστημών), αν και δεν παραγκωνίζεται στο αναλυτικό πρόγραμμα, είναι ο φτωχός συγγενής του σχολείου.
Το βαρύ πυροβολικό της παιδείας, από τα γεννοφάσκια της, τα κλασικά γράμματα, η λογοτεχνία, νεοελληνική και ξένη, το θέατρο, η ιστορία, η φιλοσοφία, η ψυχολογία, βρίσκονται παροπλισμένες σε διδακτικά εγχειρίδια που όλο και συρρικνώνουν την ύλη τους για να είναι ευσύνοπτη, απομνημονεύσιμη, φροντιστηριακά προσπελάσιμη και καθόλου ελκυστική. Για παράδειγμα, τα ομηρικά έπη πια κανένας μαθητής δεν τα έχει ολοκληρωμένα στη βιβλιοθήκη του. Μερικοί στίχοι, αποσπασματικοί, για να καλύψουν λίγες ώρες διδασκαλίας, μόλις σε δύο εξάμηνα.
Πρώτη αρχή λοιπόν η ουσιαστική καλλιέργεια των ανθρωπιστικών γραμμάτων, με αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας, με εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, με δημιουργία σχολικών βιβλιοθηκών. Ή αλλιώς πώς θα δώσουμε στα παιδιά μας την ευκαιρία να γνωρίσουν και ν' αγαπήσουν αυτά που δημιουργήθηκαν για να δίνουν χαρά, ομορφιά, νόημα, κι όχι βαθμούς, ασκήσεις, βαρεμάρα.
Εδώ ανοίγουν ένα σωρό τραπέζια: "προτάσεις για αλλαγή τρόπων διδασκαλίας", "πώς να χρησιμοποιούμε εποικοδομητικά τις νέες τεχνολογίες", "ποια βασικά βιβλία πρέπει να περιλαμβάνει μια σχολική βιβλιοθήκη θεωρητικών επιστημών" κλπ.
Θα μπορούσα να συνεχίσω να αναπτύσσω και τις υπόλοιπες πτυχές ενός ανοιχτού σχολείου, αλλά ας κατασταλάξω σε μερικές ακόμα προτάσεις για διάλογο:
Επιμόρφωση δεν έχουμε, ας αλληλοϋποστηριχθούμε τουλάχιστον στην αυτομόρφωση. Αυτό που κάνουμε άτυπα μέσω διαδικτύου. Αλληλοενημέρωση για ό,τι καλό συμβαίνει, ανταλλαγή βιβλιογραφίας, ιδεών, μεθόδων κλπ. Κι εδώ πάλι παραπέμπω στον θερσίτη:"Δημιουργία ενός δικτύου συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικών με κατοπινό στόχο τη συνεργασία μεταξύ σχολείων για την παραγωγή διδακτικού και εξωδιδακτικού έργου και βεβαίως την ανταλλαγή του."
Ας μην κυνηγήσουμε τους "κακούς", ας προβάλουμε τους "καλούς". Σχολεία που δουλεύουν σωστά. Συναδέλφους που ξεχωρίζουν, εκδηλώσεις, προγράμματα και γενικά ό,τι αξιοζήλευτο κυκλοφορεί στο χώρο μας, (ωραίο το παράδειγμα του θερσίτη για το ιστολόγιο του Διονύση Μάνεση)
Άλλο θέμα επίσης που ταλανίζει το σχολείο σήμερα είναι η γραφειοκρατία. Δεν έχει νόημα να την καταγγείλουμε, όπως κάνουν χρόνια οι συνδικαλιστές και τίποτε δεν πετυχαίνουν. Μπορούμε να δικτυωθούμε και να την αντιμετωπίσουμε "έξυπνα", με τα δικά της όπλα, όπως έκαναν οι μαθητές μας με εκείνο το "σκουλήκι", το περίφημο.
Άλλο θέμα προς συζήτηση είναι η σχέση μας με την κοινωνία, τους γονείς και πώς τους "αξιοποιούμε", την τοπική αυτοδιοίκηση, τους υπόλοιπους φορείς μιας τοπικής κοινωνίας. Τι έχει γίνει, πώς γίνεται, τι μπορεί να γίνει.
Για παράδειγμα, αυτά τα σχολεία μεταναστών, τι εργαλείο για μια σχολική κοινότητα! Πώς θα μπορούσε σε συνεργασία με τους δήμους να βοηθήσει στη στελέχωσή τους και να βοηθηθεί από αυτά.
Μετά, μια άλλη πρόταση. Να μάθουμε να...ενοχλούμε. Τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα κόμματα, το δήμο, τις επιστημονικές μας ενώσεις. Με αιτήματα, προτάσεις, ενδιαφέρον, γαϊδουρινή επιμονή, αξιοπρέπεια πολίτη κι όχι παραίτηση ιδιώτη, τόσο βολικού στον καναπέ του για τη διαιώνιση της αδράνειάς τους. Σκεφθείτε πχ να πάνε καμιά πενηνταριά φιλόλογοι στην ΠΕΦ να ζητήσουν ευγενικά να γίνει το συνέδριο για τον Αριστοτέλη εκτός ωρών διδασκαλίας, για να πάνε όσοι πραγματικά διδάσκουν κι όχι οι αργόσχολοι. Επί 1 μήνα να τηλεφωνούν, να στέλνουν ιμέιλ, να ρωτάνε. Ας μη γίνει τίποτε, ας χάσουν απλώς κάποιοι τη ραστώνη τους.
Επίσης το ακανθώδες και ζωτικό θέμα της αξιολόγησης. Πάλι κλέβω τον θερσίτη: "Διαμόρφωση μιας πρώτης πρότασης αξιολόγησης ή αυτοαξιολόγησης ή όπως θέλετε πείτε το προκειμένου να αρχίσει από τους ίδιους τους Συλλόγους Διδασκόντων η αναβάθμιση των σχολείων" Ας καταλήξουμε δηλαδή στο ποια είναι τα κριτήρια της αποτελεσματικής διδασκαλίας, στο πότε θεωρούμε εμείς ότι έχουμε κάνει καλά τη δουλειά μας και πότε όχι και τι χρειαζόμαστε για να την κάνουμε καλύτερα. Ας αρχίσουμε ακόμη να ανοίγουμε την τάξη μας ο ένας στον άλλο, να δεχόμαστε κριτική, συμβουλές, παρατηρήσεις, όλο και κάτι καλό θα βγει, αν ξεπεράσουμε το σύμπλεγμα του αλάνθαστου και υπεράνω κριτικής πανσόφου.
Πώς μπορούμε ακόμη να φέρουμε περισσότερη τέχνη στο σχολείο ή περισσότερο σχολείο στην τέχνη. Πώς να δικτυωθούμε, για να παρακολουθούμε παραστάσεις, εκθέσεις, συναυλίες, να φέρνουμε καλλιτέχνες στο σχολείο, χωρίς να χρειάζεται μισός προϋπολογισμός και 100 εγκύκλιοι. Κάποιοι έχουν κάνει πολλά πάνω σ' αυτό, ας επωφεληθούμε από την πείρα τους, χωρίς να χρειαστεί να ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά την Αμερική.
Όλα αυτά μόνο μια αρχή, μια αρχή ενός κουβαριού, προορισμένου ίσως να μην ξετυλιχθεί ποτέ, πόσο μάλλον να υφάνει κάτι αξιόλογο. Δεν ξέρω να υφαίνω, συνάδελφοί μου καλοί και φίλοι. Μόνο πως κρυώνω ξέρω...

Tuesday, November 4, 2008

Για την κυρία Γεωργία


Αγαπημένο τραγούδι, τραγουδισμένο από τη συνονόματη γιαγιά μου, το πρώτο άκουσμα των παιδικών μου χρόνων. Ας γαληνέψουμε ακούγοντάς το απόψε από τη μεγάλη φωνή της Μαρίζας Κωχ. Το αφιερώνω με ιδιαίτερη αγάπη, σε μια υπέροχη κυρία που αναρρώνει επιτυχώς και της εύχομαι να γίνει γρήγορα εντελώς καλά.

Thursday, October 30, 2008

Ρωτώντας και απορώντας για την οικονομική κρίση.


(ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Οι τρεις αιτίες που προκάλεσαν την κατάρρευση, σελ.9)
Τον τελευταίο καιρό από παντού φτάνουν πολεμικά ανακοινωθέντα για την οικονομική κρίση. Όλοι μιλάνε πια για κραχ, μετοχές πέφτουν, χρηματιστήρια κατρακυλάνε, επιχειρήσεις κλείνουν ή απολύουν, οι κυβερνήσεις ανησυχούν και παίρνουν μέτρα, τα μέσα ενημέρωσης συναγωνίζονται σε πλειοδοσίες κακών προβλέψεων, οι εργαζόμενοι αγωνιούν και περικόπτουν από τα περικομμένα.
Έχω διαβάσει πολλά, αλλά τις πραγματικές μου απορίες κανείς δεν μου τις έχει απαντήσει. Απευθύνομαι σε σας, καλοί μου αναγνώστες, με την ελπίδα να ξέρετε κάτι περισσότερο και να θέλετε να το μοιραστείτε μαζί μου και με τους υπόλοιπους.
ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: Πώς γίνεται να περιμένουν να ανακάμψει η διεθνής οικονομία, όταν όλο και πιο πολλοί άνθρωποι γίνονται φτωχότεροι και περιορίζουν την αγοραστική τους δύναμη. Πώς γίνεται να έχεις αγορές χωρίς αγοραστές, κέρδη χωρίς πωλήσεις, επιχειρήσεις χωρίς πελάτες;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: Οι κάθε λογής απολογητές του καπιταλισμού μας λένε χρόνια τώρα ότι το κράτος =κακός επιχειρηματίας, τροχοπέδη για την ανάπτυξη και η αγορά= ο απόλυτος ρυθμιστής και πανάκεια για την οικονομική ανάπτυξη. Πώς ήρθανε τούμπα αυτές οι εξισώσεις; Πώς και το κράτος έγινε ο σωτήρας της ανεξέλεγκτης και μπαταχτσίδικης αγοράς; Τελικά καλό ή κακό είναι το κράτος; Καλή ή κακή η αγορά;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΡΙΤΟ: Μέχρι τώρα, όλοι αριστεροί και δεξιοί πρότειναν ο καθένας με το δικό του πλάνο ένα όραμα ανάπτυξης, που θα περιλάμβανε πάνω κάτω το μοντέλο ζωής και κατανάλωσης του μέσου δυτικού πολίτη. Με βάση τα νέα δεδομένα, μήπως τελικά αυτό το μοντέλο θέλει μια μικρούλα αναθεώρηση, γιατί δεν το σηκώνει το σύστημά μας; Τι στ' αλήθεια πρέπει να αναθεωρηθεί, λοιπόν;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ: (Αυτό το είχα και πριν από το κραχ, αλλά τώρα που "βρήκα τον παπά" είπα να σας το φέρω για "θάψιμο") Τι θα έλεγε για τα παραπάνω ερωτήματα ένας πολίτης του τρίτου κόσμου, που δεν έχει άλλο οικονομικό μέλημα από ένα πιάτο φαΐ τη μέρα; Πόσο δικαιούμαστε να αγωνιούμε για το οικονομικό στάτους μας, ακόμα κι αν είμαστε οι λιγότερο προνομιούχοι, όταν δεν μπορούμε να το εγγυηθούμε για όλους τους ανθρώπους; Μήπως ότι είναι για μας οι τραπεζίτες και τα χρυσά αγόρια, είμαστε εμείς για τους πένητες της γης; Μήπως τους "τρώμε" αυτά που τους ανήκουν; Μήπως εκείνη η αναθεωρησούλα που λέγαμε πρέπει να συμπεριλάβει και τους νηστικούς στο μοίρασμα της πίτας;
ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ: Και φαρμακερό. Ακόμα κι αν βρούμε έναν τρόπο να μοιράσουμε πιο δίκαια τα αγαθά πάνω στη γη και να εξασφαλίσουμε οικονομική ανάπτυξη για όλους, ΤΗ ΓΗ ΤΗ ΡΩΤΗΣΑΜΕ; Σηκώνει ο πλανήτης μας το μοντέλο ζωής που οραματιζόμαστε και επαγγελλόμαστε; (Αριστερά, μ' ακούς;) Πολλαπλασιάσαμε επί τον αριθμό των κατοίκων της γης τα αγαθά που θεωρούμε βασικά για την ευημερία μας; Μήπως να κάτσουμε λίγο σε κανένα από εκείνα τα μίτινγκ οικονομικών εγκεφάλων και πολιτικών οραματιστών να ρίξουμε έτσι μερικές ιδέες για μια άλλη οικονομική ανάπτυξη, έναν άλλο τρόπο ζωής και σκέψης, έναν διαφορετικό πολιτισμό; Μήπως να αρχίσουμε να ρίχνουμε από τους ουρανοξύστες όχι τους χρεωκοπημένους μπάνκερς, αλλά όλα αυτά που μας χρεωκόπησαν ως οικονομικό και κοινωνικό σύστημα κι έριξαν έξω το χρηματιστήριο αξιών μας;

Sunday, October 26, 2008

Χρόνια πολλά, φίλε


Σήμερα του αγίου Δημητρίου, με αφορμή και την καινούρια ανάρτηση του vagnes, ας μιλήσουμε για φίλους. Τι είναι φίλος; Κάποιος χθες βράδυ μου είπε ότι τα μπλογκ του θυμίζουν παλιά λευκώματα: τι εστί φιλία, τι έρως; Γιατί όχι; Ποτέ άλλωστε δεν είχα δικό μου λεύκωμα.
Φίλος λοιπόν δεν είναι ούτε ο παλιός, ούτε ο καινούριος, ούτε ο κολλητός, ούτε ο μακρινός και χαμένος. Δεν είναι καν αυτός που γελάει και κλαίει μαζί σου και προπαντός αυτός που γελάει με σένα και κλαίει για σένα (από τα γέλια).
Ακόμα δεν είναι αυτός που οργανώνει μια ολόκληρη παράσταση παρωδίας του Οιδίποδα, στο ρεβεγιόν των Χριστουγέννων, στο σπίτι σου, χωρίς να έχεις ιδέα και ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά κι εσύ και οι καλεσμένοι σου σε δύο "τραγωδούς" με σεντόνια και, θεέ μου φύλαγε, λόγια. Φίλος δε λέγεται ούτε καν αυτός που στα τεσσαρακοστά τόσα σου γενέθλια έρχεται ανεμίζοντας ολόχαρος το βιβλίο "όνειρο στην εμμηνόπαυση". Κι ενώ έχει ήδη υπονομεύσει το χαρακτήρα της βραδιάς με συνωμοτική οργάνωση απαγγελίας ποίησης δια στόματος ποιητού "ο θεός να τον κάνει".
Κι ακόμα μην το ξεχάσω. Φίλος δεν είναι μόνο ο υπέροχος συνομιλητής, ο οξυδερκής και ενημερωμένος και καλός δάσκαλος πνευμάτων αντιλογίας.
Μπορεί όμως πάλι να είναι αυτός που ενώ εξελίχθηκε και προχώρησε πολύ, δεν άφησε στιγμή την ψυχή του ενέχυρο.
Μήπως όμως είναι φίλος αυτός που δακρύζει μια βραδιά που έχει φεγγάρι ή που ξέρει ότι είσαι εκεί όταν ζορίζουν τα πράγματα και είναι εκεί όταν θέλεις να μιλήσεις με τη σιωπή σου;
Φίλος είναι ο φίλος, ο αγαπημένος, με την αρχαία έννοια της λέξης. Είναι επίθετο και κολλάει σε πολλά ουσιαστικά πλάσματα, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, ταυτότητας, ομοιότητας, ετερότητας.
Ένα τέτοιο ουσιαστικό πλάσμα της ζωής μου γιορτάζει σήμερα και του αφιερώνω το τραγούδι του Ντύλαν, από τη λίστα, που μου έχει τραγουδήσει υπέροχα τόσες φορές με την κιθάρα του.
ΥΓ: Στη φωτογραφία, το στέκι μας, το Δόλωμα, που σας έλεγα, λίγο πριν το πετροβολήσουν.

Thursday, October 23, 2008

Δημήτρης Μαρωνίτης: Ιλιάδος Μετάφρασις ή Ανάστασις;

Χθες ήμουν στο Μουσείο Μπενάκη. Σε μια μικρή αίθουσα που γέμισε ασφυκτικά, περιτριγυρισμένοι από έργα τέχνης, ακούσαμε τον πανεπιστημιακό δάσκαλο, φιλόλογο και συγγραφέα, Δημήτρη Μαρωνίτη, να μας διαβάζει την καινούρια του ανέκδοτη μετάφραση της Α΄ Ραψωδίας της Ιλιάδας.
Θα μπορούσε και να είναι αυτή μια βραδιά "μεταξύ μας", φιλολογική, σχολαστική, περί όνου σκιάς, "έτσι το είπε αυτός", "αυτό εννοούσε", "έτσι έπρεπε να το πει"...ξέρετε, αυτά που σας κάνουν να μας αποφεύγετε εμάς τους φιλολόγους και με το δίκιο σας.
Δεν ήταν έτσι. Καθόλου όμως.
Κατ' αρχάς, ειπώθηκαν μεγάλες αλήθειες δίκην αστεϊσμού. Γελάσαμε, πριν καταλάβουμε πόσο λίγο αστείο ήταν: Τα κλασικά έργα ονομάζονται κείμενα, ακριβώς επειδή κείνται σε κατάσταση νεκροφάνειας, κοσμώντας βιβλιοθήκες και κανείς σχεδόν δεν τα διαβάζει. Η αναγνωσιμότητά τους φθάνει στο κάτω του 1%. Η Ιλιάδα η ίδια είναι έπος αδιάβαστο, ακόμα κι απ' αυτούς που την εκθειάζουν.
Τι άλλο είναι όμως η Ιλιάδα;
Βαρετή ή συναρπαστική; Ανδροκρατούμενη και πολεμοχαρής; Ή μήπως προκλητικά ακατάδεχτη και υπερήφανη, σε αντίθεση με την αγαπησιάρικη και πιασάρικη Οδύσσεια;
Τα ερωτήματα του ομιλητή ακούγονταν υπέροχα ασεβή, υπέροχα αντιφιλολογικά, σε αυτιά μυημένων, φιλολόγων, συγγραφέων, ποιητών, "επαρκών" ακροατών.
Ήταν σαν να μας ξανασύστηνε στο έπος, να καθάριζε την ακοή μας από τα παράσιτα της χρόνιας φιλολογικής αποστέωσης, πριν να μας διαβάσει.
Και συνέχισε: Τι είναι τελικά η Α ραψωδία; Ένα παιδαγωγικώς ακατάλληλο ανάγνωσμα. Ένας σκυλοκαυγάς με φοβερό υβρεολόγιο για γυναικοδουλειές, που παραλίγο να καταλήξει σε φόνο. Και κατέληξε να αφήσει άνεργο το βασικό ήρωα σχεδόν σε όλο το έργο. Ανεπανάληπτη πρωτοτυπία. Όχι μόνο βρίζει αυτός ο ποιητής τον ήρωά του από τον πρώτο στίχο (Μήνιν άειδε, θεά, Πηληιάδεω Αχιλήος ουλομένην...), αλλά και τον βγάζει από τη δράση σε όλο το έργο.
Κι όσο για τους θεούς, τα ίδια κάνουν, αλλά τη βγάζουν καλύτερα, αφού μετά τους καυγάδες τους το ρίχνουν στο φαΐ, στο πιοτό και στο γλέντι.
Κι έτσι πήγαμε στη μετάφραση. Σαν τους θεούς μεθυσμένοι, διατελούντες εν ευθυμία.
Κι έτρεχε ο λόγος σαν το νεράκι και μας πήρε μαζί του, μας συνεπήρε μεγάλους ανθρώπους ο Μεγάλος Παππούς, ο παραμυθάς, λες και πρώτη φορά το ακούγαμε αυτό το παραμύθι.
Η γνωστή υποβλητική φωνή του Δασκάλου που δανείστηκε ο Ποιητής, έφερε το τραγούδι του στα αυτιά μας μέσα απ' τους αιώνες, λυτρωμένο από σχόλια, μελέτες και διατριβές, καρφιά στο σώμα του το ατίμητο. Κι ακούσαμε τη Φωνή να σπάει όταν ο Αχιλλέας πικραμένος μιλάει στη μάνα του για το κακό που του 'καναν. Κι έσπασε μαζί και εκείνη η πανοπλία που φοράμε, όταν συναντιόμαστε με "γνωστά" και χιλιοδιδαγμένα κείμενα. Λες και θα μπορέσουμε ποτέ να διδάξουμε κάτι σε κάποιον αν πρώτα εμείς δεν έχουμε μαγευτεί από την ομορφιά του.
Ναι, Δάσκαλε, η μόνη αφύπνιση για τα "νεκροφανή" κείμενα είναι το φιλί της ζωής ενός καλού μεταφραστή, ενός καλού αναγνώστη, ενός καλού δασκάλου.
Σ' ευχαριστούμε.
ΥΓ: Το βιντεάκι μια άλλη ανάγνωση, μια άλλη μετάφραση, έτσι, για να θυμηθείτε λίγο την Ιλιάδα.

Sunday, October 19, 2008

Της Γριάς το Πήδημα









Σας σκέφθηκα, αγαπητοί μου αναγνώστες. Οι περισσότεροι μέσα στο χάος της πόλης και της πολιτικής, ακούτε για εξεταστικές και προανακριτικές, για Βατοπέδια και βαλτονέρια και είπα λίγη θάλασσα να τους φέρω, λίγο βράχο, κανένα βοτσαλάκι, μια ανεπαίσθητη αλμύρα να σας γαργαλήσει τη μύτη, λίγο φλοίσβο να καθαρίσει η ψυχούλα σας από το σάλο των ημερών.
Βρήκα λίγο χρόνο από το μαγείρεμα για το Β΄γύρο των ελιών (παλιά μου τέχνη) και πήγα προς τη γνωστή παραλία της περιοχής μου, της Γριάς το Πήδημα. Αχ, δεν αντέχω ούτε τα πονηρά χαμογελάκια που υποπτεύομαι ότι έχετε τώρα, γι' αυτό σας λέω γρήγορα ότι η ονομασία αυτή δόθηκε πολύ πριν αποκτήσει η λέξη την βωμολοχική της εκδοχή. Πάνω στο βράχο αυτόν ανέβηκε και πήδηξε μια γριά που είχε τύψεις, γιατί πρόδωσε το κάστρο στους Τούρκους ή στους Σαρακηνούς, κατά άλλη εκδοχή.
Τελοσπάντων, τότε που ήταν της μόδας οι τύψεις και τα πηδήματα άνευ εισαγωγικών.
ΥΓ: Η τελευταία φωτογραφία με τα βοτσαλάκια να παραδοθεί σ'αυτούς που άφησαν εκεί τα αρχικά τους το καλοκαίρι. Εκεί είναι και σας περιμένουν. Δεν έσβησαν.

Sunday, October 12, 2008

Οι ελιές που δε μάζεψα.


Ποτέ δεν ήμουν στις ελιές. Πάντα είχα σχολείο, δημοτικό, γυμνάσιο, μετά σπουδές, μετά δουλειά...
Κάθε φορά που έβλεπα τα λάινα φορτωμένα με καρπό, ζήλευα. Το χορταράκι από κάτω είχε πρασινίσει, τα πρινολούλουδα, τα πιο πρώιμα λουλουδάκια, είχαν ξεμυτίσει, αυτό ήταν το στρώμα που θα δέχονταν το ραβδισμένο καρπό και σ' αυτό θα γονάτιζαν να τον μαζέψουν, γυναίκες, άνδρες, παιδιά. Τα πολύ μικρά παιδιά κι όσα δεν πήγαιναν γυμνάσιο, όχι εγώ. Οι άνδρες συνήθως ράβδιζαν τον καρπό με μεγάλα καλάμια, τις ραβδιστήρες, ή σκαρφάλωναν στα δέντρα για να ρίξουν τις ελιές από τα πιο ψηλά κλαδιά ή κλάδευαν με πριόνια τα πολύ μεγάλα δέντρα, για να κάνουν πιο εύκολη τη δουλειά. Δεν στρώναμε τότε λιόπανα, ούτε είχαμε τσουγκρανάκια να μαδάμε τις ελιές, όπως τώρα. Τα παλιά λάινα ήταν πανύψηλα, αϊβαλιώτικα τα έλεγε η γιαγιά μου, όχι όπως αυτά που έχουμε τώρα, που τα πιο παλιά τα φύτεψε ο πατέρας μου, όταν γεννήθηκα. Δίνουν καλύτερο και περισσότερο λάδι, είναι πιο όψιμα, αλλά τους λείπει αυτή η...γνησιότητα του γηγενούς, η αριστοκρατία της καταγωγής (εεε, μην κατηγορηθώ για υποστηρικτής της αρίας...ελιάς). Τα παλιά χρόνια μάζευαν ό,τι έπεφτε από το δέντρο, τις καλές μαζί με τις "κοσφερές", τα "ξερόνια", και έβγαζαν ένα λάδι μπαρούτι. Αυτό όμως ήταν η επιβίωσή τους, δεν είχαν την πολυτέλεια να διαλέξουν. Τα νεότερα χρόνια, γίνονταν προσεκτική επιλογή στο μάζεμα και το λάδι έβγαινε καλύτερο, αλλά όχι όπως αυτό που βγαίνει τώρα από τα λαϊνάκια με μηδέν οξέα. Αναρωτιέμαι όμως μήπως γι' αυτό τα φαγητά δεν έχουν εκείνη την παλιά γεύση, την αλησμόνητη. Οι τηγανητές πατάτες της γιαγιάς μου, που δεν τις έχω ξαναφάει ποτέ από άλλη μαγείρισσα,τώρα που το σκέφτομαι, ίσως όφειλαν τη μοναδική γεύση τους στα λάδια που χρησιμοποιούσε χωρίς διακρίσεις...εξευγενισμού.
Κάθε τέτοια εποχή λοιπόν, όλα ήταν έτοιμα,κοφίνια, καλάθια, τσουβάλια, καυκιά (γκαζοντενεκέδες, που ήταν και η μονάδα μέτρησης του καρπού και του λαδιού, αντίστοιχα), ραβδιστήρες, όλο το συγγενολόι και οι χωριανοί, τα φαγητά στις "καστανιές", το κρασί, το ρακί, οι λουκουμάδες, τα χοιρινά, αν είχαν προηγηθεί χοιροσφάγια, τα ειδικά ρούχα (μόνο τότε φόραγαν παντελόνια οι γυναίκες), το λιοτρίβι, η βίδα, όπως τη λέμε εδώ, τα ζώα που θα κουβαλούσαν τον καρπό.
Μόνο εγώ έλειπα. Και τα έχανα όλα, το μάζεμα, τα αστεία κάτω από τα λάινα, τις ιστορίες των παλιών, τα κουτσομπολιά, τα γλέντια στις βίδες που συχνά ήταν η ευτυχής κατάληξη όλων αυτών.
 Ήθελα να είμαι εκεί που περίμεναν να βάλουν λάδι στα φαγητά κατευθείαν με το λαγήνι από τη βίδα. Να ακούσω εκείνη την παλιά ιστορία, τότε στα δύσκολα χρόνια τα μετεμφυλιοπολεμικά, που μια παρέα γλεντζέδων "κουκουέδων" σε μια βίδα, κατέληξε στην αστυνομία από κάρφωμα και διανυκτέρευσαν μεθυσμένοι εκεί, μέχρι να τους βγάλει ένας χωριανός τους την άλλη μέρα. Να ακούσω για το λιοτρίβι του παπά, που δεν άφηνε κανέναν να φύγει ξεμέθυστος, του μπαρμπα- Αντώνη, που έβγαζε με τη φούχτα λουκάνικα από την μπουρνιά για μεζέ, και του γέρο- Χαρτσά που βούτηξε μέσα στο λάδι, παραπατώντας από το μεθύσι. Απορώ πώς δε μίσησα τα σχολεία που με απόκοβαν από τη ζωή της κοινότητας. Φαίνεται ότι όταν ξεκόβεις τόσο πολύ, "ξενώνεσαι", δεν ξέρεις ότι λείπεις.
Αφού και τώρα που σας γράφω, οι άλλοι μαζεύουν, εμένα με άφησαν να μαγειρέψω.
Δεν με πήραν στις ελιές.

Wednesday, October 8, 2008

Μαρίνα Καραγάτση, ένα βιβλίο, μια συνάντηση.


Την είχα γνωρίσει πριν από λίγα χρόνια σε ένα ταξίδι προς την Άνδρο. Μου μίλησε πρώτη. Πρέπει να την εντυπωσίασε μια σουρεαλιστική σκηνή. Με την κόρη μου είχαμε επισκεφθεί το μαγαζάκι με τα αρώματα του πλοίου και ήταν η ώρα της...γευσιγνωσίας των αρωμάτων που είχαμε κουβαλήσει. Και να την ενόχλησε το εγχείρημα, δεν το έδειξε καθόλου, αντίθετα, μας έπιασε κουβέντα σαν να μας γνώριζε. Ξεχάσαμε τους υπόλοιπους και χαθήκαμε σε μια συζήτηση ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο. Το να μιλάς με τη Μαρίνα Καραγάτση είναι σαν να ανταμώνεις με κόσμους που μόνο στη φαντασία σου υπήρχαν και τώρα ζωντάνεψαν όλοι μαζί: Ο Καραγάτσης, ο Εμπειρίκος, ο Ελύτης, γίνονται καθημερινοί άνθρωποι, κάθονται δίπλα σου, τους αγγίζεις, τους βλέπεις να σχεδιάζουν καθισμένοι στα μπαγκάλια μιας αυλής, ένα απόγευμα Αυγούστου, να ανοίξουν ένα μπακαλικάκι στην Αθήνα το χειμώνα. Και γελάνε σαν παιδιά. Και γελάνε όπως γελάνε οι μεγάλοι ποιητές.
Μέσα από τα λόγια της ζωντανεύει ο τόπος της, ο τόπος μου, η Άνδρος, οι κοπέλες του, (η μάνα μου), που δούλευαν στα σπίτια των πλουσίων καραβοκύρηδων και αρχόντων στην Αθήνα, (στο σπίτι της). Στα καράβια τους μπάρκαραν οι θείοι μου, ο πατέρας μου. Στα καράβια του παππού της, του προπαππού της, των συγγενών της.
Στην Άνδρο του '50, η Μαρίνα γεύεται τη συντροφιά των ποιητών, το φως, το βράχο. Φωτογραφίζεται δροσερή από τον Εμπειρίκο στο Μπατσί. Δεν το ήξερα τότε. Βρέθηκα μπροστά της σε μια έκθεση φωτογραφίας του Εμπειρίκου, λίγο καιρό μετά, κι ενώ πολλά είχαν αλλάξει και στη δική μου ζωή. Η Μαρίνα στο πλοίο με το βιβλίο και το γάτο, η Μαρίνα δίπλα στη θάλασσα, το χθες, το σήμερα, το αύριο. Εγώ και η φωτογραφία και τα μεγάλα μαύρα μου γυαλιά.
Χθες πήρα το καινούριο της βιβλίο( Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι), σήμερα το τέλειωσα. Δεν άντεξα να το καθυστερήσω άλλο.
Ήταν όλοι εκεί. Όλα. Η ζωή της. Ο πατέρας της, η μάνα της, η γιαγιά της.
Το νησί. Η Αθήνα του '50. Η ανδριώτικη κοινωνία, η ντοπιολαλιά (αχ αυτές οι αιτιατικές μας που μοιάζουν ονομαστικές), τα πανηγύρια, η Χώρα. Αληθινοί άνθρωποι, μυθικοί άνθρωποι. Ο συγγραφέας και οι δαίμονές του. Ο πατέρας και ο μύθος του.
Η Λασκαρώ, η Ανδριώτισσα υπηρέτρια, η Μίνα, η Ανδριώτισσα αρχόντισσα, τις ενώνει η ίδια ματιά, η ίδια ψυχή. Η ψυχή της. Η ψυχή μας.
Στο αυλιδάκι της Άνδρου που ζωγράφισε η μάνα της, το σκηνικό της τελευταίας πράξης, του μικρού της παραδείσου. Σε μια γωνιά του κι εγώ μαγεμένη. Είναι και δικός μου αυτός ο παράδεισος, τώρα πια...

Η φωτογραφία:Ιούλιος 1955. Μαρίνα Καραγάτση, Οδυσσέας Ελύτης στο Μπατσί. Από το λεύκωμα «H Ανδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου»

Sunday, October 5, 2008

Καλό σου ταξίδι, κυρά- μαμή

Η κυρά Μαρίκα, η μαμή μας, πέθανε χθες. Μια ζωή αφιερωμένη στη ζωή. Ένας γλυκός, υπέροχος άνθρωπος, που μπορούσες να συζητάς μαζί του και να γαληνεύεις, να ξεχνάς τις δουλειές σου, τις έγνοιες σου, τα μικρά και τιποτένια, και να βλέπεις με πιο καθαρό βλέμμα τα μεγάλα και σπουδαία. Πριν από 4 χρόνια, ο δήμαρχος και φίλος μου, Γιάννης Γλυνός, σκέφτηκε να την τιμήσουμε σε μια εκδήλωση και μου ζήτησε να γράψω κάτι γι' αυτήν. Πήγα στο σπίτι της και, ενώ με περιποιόταν με τη φιλόξενη διάθεση των γυναικών της γενιάς της, μου είπε τόσα όμορφα πράγματα, που χάζεψα και δεν τα σημείωνα όλα. Με όσα κατέγραψα συνέθεσα ένα μικρό βιογραφικό κείμενο-παρουσίαση* και το διάβασα στην εκδήλωση. Δεν θα ξεχάσω τη συγκίνηση όλων και τη δική της χαρά. Χαίρομαι τόσο που προλάβαμε να στα πούμε αυτά, κυρά Μαρίκα. Που προλάβαμε να σε χειροκροτήσουμε, να σε τιμήσουμε, να σου δείξουμε επίσημα και τελετουργικά την ευγνωμοσύνη μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων, που ευεργετήθηκαν από σένα. Μερικές φορές πέφτουμε στην παγίδα να τα αποφεύγουμε αυτά, να τα θεωρούμε περιττά ή υπερβολικά και να νομίζουμε πως αρκεί η ανεπίσημη αγάπη, η καθημερινή επαφή. Κι όμως πρέπει να μάθουμε να αποδίδουμε και στους απλούς ανθρώπους, που ζουν δίπλα μας και προσφέρουν, τα εύσημα που φυλάμε για τους μεγάλους και επισήμους, με ή χωρίς εισαγωγικά. Σ' αυτούς τους καιρούς, τους σακάτικους, θα πιανόμαστε όλο και πιο πολύ από αγκωνάρια σαν τη κυρά μαμή μας, για να μη βουλιάζουμε.

*Κείμενο:ΜΑΡΙΚΑ ΒΑΣΤΑΡΔΗ

ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Η κυρά Μαρίκα, η μαμή, είναι στη συνείδηση όλων, μικρών και μεγάλων, όσων έγιναν αποδέκτες των υπηρεσιών της, μα κι όσων γεννήθηκαν μετά τη συνταξιοδότησή της, συνδεδεμένη με το επάγγελμά της, αλλά και πρόσωπο οικείο κι αγαπημένο, ταυτισμένο με τον τόπο μας.
Όλοι από παιδιά έχουμε ακούσει ιστορίες για γέννες στις οικογένειές μας κι όλες συνοδεύονταν από το «πήγανε να φέρουν τη μαμή».
Η κυρά Μαρίκα όμως δεν ήταν απλώς η μαμή των παραδοσιακών κοινωνιών, η πρακτική, που απλώς περίμενε να πέσει το παιδί, όπως λέμε. Ήταν η πρώτη επαγγελματίας μαία στην Άνδρο.
Γεννήθηκε το 1920. Η καταγωγή της ήταν από το Κοχύλου και είναι παιδί του Νικολάου και της Ειρήνης Δαπόντε, το γένος Τηνιακού. Σε ηλικία 5 ετών έχασε τη μάνα της από επιλόχεια λοίμωξη στο δεύτερο τοκετό της. Το γεγονός αυτό τη σημάδεψε, ακόμα και σήμερα, μάνα δυο γιων, γιαγιά τριών μεγάλων εγγονιών, ο καημός της για την πρόωρη απώλεια της μάνας της δεν έχει σβήσει. Τη θυμάται νεκρή στο σαλόνι και «τα μαλλιά της μέχρι εκεί» κι είναι σαν να σου μιλάει εκείνο το μικρό πεντάχρονο κοριτσάκι που «δεν έπαιξε ποτέ με κούκλες».
Κυρία Μαρίκα, τι όμορφη δικαίωση γι’ αυτόν τον πόνο σας αξίωσε η ζωή! Σώσατε τόσες γυναίκες που κινδύνευαν ακριβώς απ’ αυτό που σας στέρησε τη μητέρα σας κι όμως, μιλώντας μαζί σας, δεν ένιωσα ούτε στιγμή την έπαρση του δικαιωμένου ανθρώπου. Μόνο την αγάπη σας ένιωσα για τα παιδιά που πιάσατε, 800 τον αριθμό, για τις μάνες που όταν τις ξεγεννούσατε, τις φιλούσατε και τους λέγατε, «να είσαστε ευτυχισμένες, γίνατε μάνες». Να ξέρατε πόσο τις ζήλεψα αυτές τις γυναίκες, εγώ, που όπως όλες οι σημερινές, γέννησα σε ένα μεγάλο μαιευτήριο, με όλα τα κομφόρ, όμως τόσο απρόσωπο, τόσο ανίκανο να σε συντροφέψει στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής σου!
Ταυτίστηκα μαζί σας όταν μου είπατε, «όταν πήγαινα να ξεγεννήσω, όλοι φωνάζανε, πότε θα γεννήσει, γιατί αργεί, η γυναίκα φώναζε από τους πόνους, δεν τα φοβόμουν αυτά, τα ήξερα, μα όταν έβλεπα να κλαίει η μάνα της ετοιμόγεννης, δεν άντεχα, έκλαιγα κι εγώ.» Θυμήθηκα κι εγώ που την κορυφαία αυτή στιγμή, το μυαλό μου πήγε στη μάνα μου και κατάλαβα.
Ας γυρίσουμε λοιπόν πολλά χρόνια πίσω, όταν ένας δάσκαλος στο δημοτικό, ο Καρυστινός, είδε πως η Μαρίκα τα έπαιρνε τα γράμματα και φρόντισε, μάζεψε υπογραφές των προέδρων, να τη στείλουν να εκπαιδευτεί ως μαία στην Αθήνα. Εκεί την πήρε υπό την προστασία του ο Μπούμπουρας, μεγάλος μαιευτήρας, διευθυντής στο Δημόσιο Νοσοκομείο Αθηνών. Ήταν ο ίδιος που δεν κατάφερε να σώσει τη μάνα της, όταν του την πήγαν ετοιμοθάνατη σχεδόν.
Μόλις τέλειωσε, 20 χρονών το 1940, ξέσπασε ο πόλεμος και γύρισε στην Άνδρο.
Εδώ στην αρχή, δεν την έπαιρνε κανένας. Ευτυχώς όμως βοήθησε ο έρωτας. Ο Πανταζής, μετέπειτα σύζυγός της και τότε αγαπημένος της, τη σύστησε σε μια θεία του στο Ρωγό, Σοφία Τέντε, και έτσι ξεκίνησε η καριέρα της. Άσκησε ελεύθερο επάγγελμα για 12 χρόνια και μετά διορίστηκε στο αγροτικό ιατρείο για άλλα 28, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε. Όταν ήρθε η ώρα της σύνταξης, της λέγανε από τη Σύρο πως την ξεχάσανε, μια και ούτε άδειες έπαιρνε, ούτε τους απασχολούσε ποτέ.
40 χρόνια γέννες, 40 χρόνια δίπλα στη μάνα και στο παιδί, μα και σ’ όλες τις γυναίκες που χρειάζονταν τη συμβουλή της.
Συνθήκες δύσκολες. Συγκοινωνία ανύπαρκτη. Την πήγαιναν με τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, που συχνά τη ρίχνανε και κάτω. Χειμώνες, βροχές, χιόνια, οι γέννες δεν ξέρουν από τέτοια. Θυμάται να την περνάει από το ποτάμι αγκαλιά ο πατέρας μιας ετοιμόγεννης. Ας μην μιλήσουμε για την κατάσταση που επικρατούσε στα σπιτικά, χωρίς τις σύγχρονες ανέσεις και τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Θυμάται να πέφτουν στο κρεβάτι μιας ετοιμόγεννης κουτσουλιές από τα σανίδια της οροφής. Από πάνω ήταν οι κότες.
Είχε και δύσκολες γέννες, κατάφερε να μετατρέψει μια ανώμαλη ισχιακή προβολή σε ομαλή και να σώσει το παιδί από βέβαιο θάνατο. Άθλος για τους επαΐοντες. Αντιμετώπισε προβλήματα πνιγμού από το λώρο, δίδυμες κυήσεις, δεν πέθανε ποτέ παιδί από δική της ευθύνη. Συνόδεψε ακόμη και λαμπρό επιστήμονα μαιευτήρα γυναικολόγο στην πρώτη του γέννα στην περιοχή κι ας είχε 39 πυρετό. Της το ζήτησε εκείνος προς τιμήν του, τιμώντας και την πείρα της και αντλώντας σιγουριά απ’ αυτήν. Σεβάστηκε ακόμη και μυστικά που ποτέ δεν πρέπει να βγαίνουν στο φως στις μικρές κλειστές κοινωνίες, γιατί τσαλακώνουν ζωές.
Διοχέτευσε αυτό το απόθεμα αγάπης που τη χαρακτηρίζει και στη δική της οικογένεια. Θα σας φανεί αστείο, μα είναι από τις ελάχιστες γυναίκες που έχω ακούσει να μιλάνε, όχι μόνο με σεβασμό και συμπάθεια, μα με ανυπόκριτη αγάπη για την πεθερά της, που «έδωσε πορτοκαλαδίτσα στη μάνα της, όταν την πήγαιναν άρρωστη στην Αθήνα και πού να ΄ξερε πως το παιδί της θα κοίταγε εκείνη», όπως της έλεγε.
Μιλάει για 70 χρόνια μαζί με τον σύντροφο της ζωής της, από παιδιά και νομίζεις πως βλέπεις ερωτευμένη κοπελίτσα. Κρατάει τα γράμματα που της έστειλε στην πορεία μιας ζωής, σαν να είναι θησαυρός. Έχει κορνιζώσει μια ζωγραφιά ενός φαντάρου από το μέτωπο του πολέμου του 40, γιατί την κοίταζε τότε και ήταν σαν να έβλεπε τον άνδρα της που έλειπε στον πόλεμο.

Αν είχα τώρα εδώ τους μαθητές μου, αυτό θα τους έλεγα, πόσα μπορείς να κάνεις, όταν αγαπάς. Το επάγγελμά σου, τους ανθρώπους, τη ζωή. Πόσο γεμάτη μπορεί να είναι τότε η ζωή σου. Πόσο νέος θα δείχνεις ακόμα και στα 80 σου. Πόσο αξίζει να έχεις ανθρώπους σαν την κυρά Μαρίκα σαν πρότυπο ζωής.
Κι ακόμα να θυμίσω σε όλους εμάς πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε συναντήσει, που έχουμε ζήσει, που έχουμε ακουμπήσει την ώρα της ανάγκης σε τέτοιους ανθρώπους.
Σ’ ευχαριστούμε κυρία Μαρίκα, να είσαι πάντα καλά….



ΥΓ: Ελπίζω να θυμήθηκαν να σου βάλουν προσκεφάλι τη μαξιλαροθήκη με τα γράμματα του κυρ-Πανταζή από το μέτωπο, που φύλαγες γι' αυτό το σκοπό.

Thursday, October 2, 2008

Ποιος ευθύνεται για τις καταλύψις και τα ετήματα.


Ο συνάδελφός μου Θερσίτης απευθύνει στην εκπαιδευτική κοινότητα ένα απλό ερώτημα: Ποιος ευθύνεται για τους μαθητές που καταλαμβάνουν ένα σχολείο με τσαμπουκά, ακυρώνοντας κάθε διαδικασία δημοκρατικής λειτουργίας, την οποία άλλωστε έχουν από πριν υπονομεύσει με νοθεία των μαθητικών εκλογών, που θα τη ζήλευε και η αείμνηστος Ε.Ρ.Ε.
Ξέρω την απάντηση που ετοιμάζεστε να του δώσετε: Μα, πώς ζητάτε να έχουν τα παιδιά δημοκρατική συνείδηση σε μια κοινωνία που όζει διαφθοράς και σήψεως; Παιδιά μας είναι, μας μοιάζουν! Να σας θυμίσω ότι οι νέοι μπορούσαν πάντα να βρίσκονται πολλά βήματα μπροστά από τη γενιά των γονιών τους, από τότε που ειπώθηκε εκείνο το "άμες δε γ' εσόμεθα πολλώ κάρονες", μέχρι τα νεανικά κινήματα του '60 και το δικό μας Πολυτεχνείο.
Τώρα γιατί σπεύδουν ορισμένοι να ταυτισθούν με τα χειρότερα πρότυπα που τους δίνουμε; Έχασαν την επαναστατικότητα, την καθαρότητα της ματιάς τους, τη φιλοδοξία να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο;
Όσες φορές το έχουμε πει αυτό στην ιστορία, έχουμε δαγκώσει τη γλώσσα μας. Θυμηθείτε τους "αλήτες" του '40 και τους "μαλλιάδες" του πολυτεχνείου, αλλά κι εκείνα τα "σοκολατόπαιδα" που όρθωσαν τα καλομαθημένα χεράκια τους και σταμάτησαν κάποτε τον ανεκδιήγητο εκείνο νόμο του Κοντογιαννόπουλου, με το πόιντ σύστεμ και την επιστροφή στο...'60.
Ας μην είμαστε προκατειλημμένοι και με αυτά τα παιδιά, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα μας διαψεύσουν και μακάρι να μην χρειαστεί να το κάνουν
Το φαινόμενο των καταλήψεων- το έχω ξαναφέρει εδώ- δεν μπορεί να θεωρηθεί πια επανάσταση ή εξέγερση, παρά μόνο μια καλώς ή κακώς εννοούμενη κοπάνα, με το πρόσχημα των αιτημάτων για την παιδεία.
Δεν ερμηνεύει όμως αυτή η απαξίωση του σχολείου αυτομάτως και την καταπάτηση των θεσμών που οι ίδιοι οι μαθητές χρησιμοποιούν, έστω στη χειρότερη περίπτωση, για να δικαιολογήσουν την ανάγκη τους για ξέδομα και κοπάνα. Εδώ υπάρχει και κάτι άλλο. Ο Θερσίτης το ξέρει, γι' αυτό μιλάει για ευθύνες δικές μας και έλλειψη αξιολόγησης.
Στο σχολείο, εκτός από ένα σωρό άχρηστες γνώσεις, που τους ταΐζουμε ολημερίς, εκτός από τις απαρχαιωμένες μεθόδους του δασκάλου παντογνώστη- αφηγητή και των μαθητών-χάνων, που δέχονται παθητικά την ευλογία της σοφίας μας, κάνουμε κι άλλη δουλειά. Διδάσκουμε πώς να μην γίνεσαι δημοκρατικός πολίτης, πώς να απεχθάνεσαι κάθε συλλογική δημοκρατική διαδικασία.
Πότε το κάνουμε αυτό εμείς οι δάσκαλοι του λαού, που στη συντριπτική μας πλειοψηφία ανήκουμε σε αριστερά κόμματα;
Κάθε μέρα! Σε κάθε διδακτική ώρα!
Κάθε φορά που δεν ζητάμε το σεβασμό του μαθητή που προσπαθεί να σκεφθεί, χωρίς να τον διακόπτουν τα υψωμένα χέρια και τα "κύριε, κύριε!". Κάθε φορά που αγορεύουμε και δεν καλλιεργούμε το διάλογο. Κάθε φορά που ρωτάμε και περιμένουμε την απάντηση που έχουμε στο μυαλό μας ή έχει το λυσάριο. Κάθε φορά που πατάσσουμε αμείλικτα κάθε προσπάθεια των μαθητών μας να μιλήσουν μεταξύ τους, να αλληλοβοηθηθούν, να κοιτάξουν έστω ο ένας τον άλλον, έτσι καθώς είναι στραμμένοι στην πηγή σοφίας του Βούδα που κάθεται στην έδρα.
Κι όταν κάποιος τολμήσει να αντιμιλήσει, να μας πει τη γνώμη του, κι η γνώμη του δεν μας αρέσει, θα τον φιμώσουμε στην καλύτερη περίπτωση. "Καλοί" μαθητές αυτοί που δεν μας αντιμιλάνε, που παπαγαλίζουν, που κινούνται γύρω μας με σεβασμό και δεν φεύγουν ποτέ από τη βαριά σκιά μας. Ουαί κι αλίμονο στους αντιρρησίες, συνασπιζόμαστε όλοι εναντίον τους και με την πρώτη ευκαιρία τους περιμένει ο καταπέλτης. Εύκολο να είσαι δημοκρατικός και ανεκτικός με "καλά" παιδιά. Το δύσκολο είναι να αναγνωρίζεις το δικαίωμα του μαθητή σου να διαφωνεί. Ναι μεν με ευγένεια, ως οφείλει, αλλά χωρίς συμμόρφωση.
Πώς άραγε όμως εξασκούμε τους μαθητές μας στους δημοκρατικούς θεσμούς; Πώς γίνονται η συνέλευση τμήματος, σχολείου, οι εκλογές, στα γυμνάσια που έχουμε εμείς την εποπτεία και την ευθύνη;
Απλώς, δεν γίνονται στην ουσία.
Γράφουν σε χαρτάκια τα ονόματα, τα σταυρώνουν και τα μετράνε. Και κάποιες φορές συνεδριάζουν για εκδρομές ή εκτάκτως για καταλήψεις και προβλήματα του σχολείου, σπανιότερα.
Τους εξηγήσαμε ποτέ τι προηγείται των εκλογών;
Τι σημαίνει συνέλευση, ομιλίες, ερωτήσεις, αποφάσεις;
Πώς μιλάω μπροστά στους συμμαθητές μου;
Πώς διατυπώνω πρόταση;
Πώς διευθύνω τη διαδικασία της συζήτησης;
Πώς επιβάλλω το σεβασμό σε όλους τους ομιλητές και τις απόψεις;
Πώς διασφαλίζω την εγκυρότητα των αποφάσεων;
Όλα αυτά, αγαπητοί μου, θέλουν χρόνο. Η εκλογική διαδικασία κρατάει ελάχιστα κι όλοι πάμε σπίτια μας, στις δουλειές μας. Κάποτε τσακώθηκα με συνάδελφο που ήρθε με την κάλπη να πάρει τις ψήφους άρον άρον από το τμήμα μου, γιατί είχε, λέει, ραντεβού με το γιατρό του. Η μέρα των εκλογών ιδεώδης για ραντεβού.
Το μόνο ραντεβού που δεν θα προλάβουμε όμως είναι αυτό με τη δημοκρατία. Αυτή θα προσπεράσει.

Monday, September 29, 2008

Επιμύθιο


Θέλετε την τρίτη συνέχεια, έτσι; Του παραμυθιού μας. Γιατί ζούμε πια και επισήμως στο δικό μας παραμύθι. Και τα έχει όλα, πριγκιποπούλες, βοσκοπούλες, νεράιδες (πανέμορφες αυτές, μη ξεχνιόμαστε),μακρινά νησιά, ιππότες, σοφούς, ροβινσώνες... ακόμα και μαγεμένους γάτους και σκύλους και δέντρα και μαγικά βοτάνια (θου, κύριε...).
Δεν θα σας την πω όμως. Γράφεται πια τόσο ευανάγνωστα για όλους μας, μας απορροφά τόσο η ανάγνωσή του, που προτιμάμε να το ζούμε από το να το αφηγούμαστε.
Να πω όμως ένα μεγάλο ευχαριστώ από εδώ στις γαλάζιες και μπλε αποχρώσεις που έχει η αγάπη και η έγνοια, στο άλικο κόκκινο της ομορφιάς και του αληθινού πλούτου, στο πράσινο της ήρεμης(ναι, επιτέλους) δύναμης και σοφίας (που χρειάζεται όμως κι ένα δικηγόρο του διαβόλου πότε πότε), στην πορτοκαλοκίτρινη χαρά της ζωής, που μας γιάτρεψε πιο πολύ κι από το βοτάνι της (θου κύριε...), στη χρυσαφιά πέτρα που κυλάει και δεν χορταριάζει.
Και σε μια αληθινή κυρία που μας τίμησε με την παρουσία της και την αγάπη της.
Τέλος να καλωσορίσω τις νέες παρουσίες στη νησιωτική μας πολιτεία.
...και εμείς καλύτερα.

Thursday, September 25, 2008

Γ. Μπλάνα: Ποίηση

Με τη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα που παρέθεσα χθες- για μένα, η πιο σωστή για το συγκεκριμένο ποίημα, και το "τήνελλα", που το έχουν κάνει ολυμπιακό σύνθημα, ενώ είναι απλώς ένα χαριτωμένο τριαλαρί (τήνελλα=γκλινγκ γκλονγκ, ο ήχος του μουσικού οργάνου)- αποκάλυψα την προτίμησή μου σε έναν ποιητή τόσο σύγχρονο και τόσο δικό μου, που είναι σαν... να γράφουμε μαζί.
Να, γιατί:
Κάποτε, κάπου, όμως: σε χρόνο καίριο,
σάμπως τα λόγια να ’χουν τον καιρό τους·
κι ένας, που νομιζότανε πουλί στις φυλλωσιές,
κι άλλος, που συχνογύριζε ’λάφι στις ερημιές,
ακούνε τη φωνή τους.
Μα εγώ μονάχα που άκουγα
ό,τι από τις σκέψεις μου έφερν’ η ακοή τους.
*
Κάποτε θα ’φευγες, και θα ’μουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έμαθε
κάποτε, κάπου, μια φορά,
ένα μονάχα τρόπο να ’ναι ·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
μια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, μια φορά,
να μας συντρίψουν.
(Κι όμως, καθένας έμαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)
Κάποτε θα ’φευγες · πως ήταν
κάποια στιγμή που φάνηκε να σμίγουν
δρόμοι σαφώς ασύμβατοι, δεν έχει σημασία:
νύχτα, κι η νύχτα, μια φορά
τουλάχιστον, θα κάμψει την κάθε διαφορά.
Όσο για μας: αυτό που φεύγει και μακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ’ ό,τι φεύγεται και μένει.
*
Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!
Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου λόγια
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο απλά και πάντα γλυκύτατα βουβό.

Δ. Παράφορο! [Δελφίνι, 1997]


Αφιερωμένο σε όσους αναγνωρίζουν τις συγγένειες αίματος.

Tuesday, September 23, 2008

Ένα αρχαίο "βιντεάκι"


Να, τι σας έχω απόψε: Ένα καλό νέο! Ξανακούγεται ένα αρχαίο όργανο, το επιγόνιον, χάρη στον υπολογιστή. Να, για άλλη μια φορά, οι θετικές επιστήμες και η τεχνολογία στην υπηρεσία του πολιτισμού και της τέχνης. Ωραία ακούγεται ε;
Να του βάλουμε και στίχους;
Τους έγραψε εκείνος ο ανεκδιήγητος Παριανός, ο Αρχίλοχος, τους μετέφρασε ο Γιώργος Μπλάνας, ο ποιητής, υπέροχα:
Τήνελλα καλλίνικε,
χαῖρ' ἄναξ Ἡράκλεες,
αὐτός τε καὶ Ἰόλαος, αἰχμητὰ δύο.
Τήνελλα καλλίνικε
χαῖρ' ἄναξ Ἡράκλεες.


Τριαλαρί, πρωταθλητή.
Χαῖρε ἄρχοντα Ἡρακλή.
Ἐσὺ καὶ ὁ Ἰόλαος, διπλὴ αἰχμή.
Τριαλαρί, πρωταθλητή.
Χαῖρε ἄρχοντα Ἡρακλή.

(Λοιπόν, οι καλλίφωνοι να δοκιμάσουν να το τραγουδήσουν με τη μουσική του. Και να μου στείλουν το βιντεάκι για πνευματικά δικαιώματα.)

Sunday, September 21, 2008

Εν αναμονή


Καθώς περιμένουμε την κάθοδο των βορείων, εμείς εδώ οι "μαραγκιασμένες ψυχές" του νότου, σας στέλνουμε ένα μικρό ρεγάλο, έτσι για να σας γλυκάνουμε λίγο...
Καλή αντάμωση, φίλοι...

Πρόλογος
Σαραντάρης Γιώργος



Kόβεται η δική μας αναπνοή,
χάνεται ο χρόνος, παιδιά·
σε φωνή μοιάζει
που ζύγωσε
μας προσπέρασε
μα δεν ακούστηκε,
κι ένας από μας, ο πιο καλός,
ελπίζει ακόμα
αλλά ντρέπεται να το πει...

Monday, September 15, 2008

Ζητούνται προτάσεις


Στην Καθημερινή της Κυριακής, διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Ν. Παπανδρέου, για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στη χώρα μας. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η διδασκαλία της λογοτεχνίας δεν γίνεται σωστά, γιατί οι μαθητές δεν έρχονται σε επαφή με ολόκληρα βιβλία, αλλά με αποσπάσματά τους ανθολογημένα. Προτείνει επομένως, αντί των σχολικών ανθολογίων, να εισαχθούν στην εκπαίδευση ολοκληρωμένα λογοτεχνικά έργα, όπως γίνεται σε χώρες του εξωτερικού, στις οποίες έχει ζήσει κι ο ίδιος.
Πέρα από το γεγονός ότι η άποψή του αυτή είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ουσιαστική, αφού διαπιστώνει, αν και έξω από το χορό, πόσο ελλιπώς διδάσκονται τα παιδιά μας τη λογοτεχνία, η πρόταση στην οποία καταλήγει, αν μη τι άλλο, είναι ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ!
Επιτέλους, ένας άνθρωπος, συγγραφέας ο ίδιος, μέλος μιας σημαντικής πολιτικής οικογένειας, πρόσωπο αμφιλεγόμενο, που όμως συγκεντρώνει τα φώτα της δημοσιότητας ό,τι κι αν κάνει ή πει, μπήκε στον κόπο να σκεφθεί και να προτείνει κάτι ουσιαστικό για το περιεχόμενο της παιδείας μας. Μην μου πει κανείς πόσο αυτονόητο ή αποσπασματικό είναι αυτό που προτείνει, γιατί θα του ζητήσω να μου φέρει ΜΙΑ ανάλογη "αυτονόητη" πρόταση συνδικαλιστικών οργανώσεων, κομμάτων, παρατάξεων, που να μην αφορά ποσοτικούς δείκτες, θεσμικά αιτήματα, ξύλινα, χιλιοειπωμένα λόγια που ούτε αυτοί που τα λένε έχουν πειστεί ότι θα γιατρέψουν τη βαριά νοσούσα παιδεία μας, αν εφαρμοστούν.
Να πώς με μια τέτοια πρόταση συμπαρασύρονται κι ένα σωρό άλλες "μεταρρυθμίσεις" που αναγκαστικά θα προκύψουν: Σχολική βιβλιοθήκη, δυνατότητα επιλογής από μεγάλο αριθμό βιβλίων ανά μαθητή, τάξη, σχολείο κλπ. Στη συνέχεια, άλλη μέθοδος διδασκαλίας, αφού ούτε οι εξετάσεις θα μπορούν να είναι τυφλοσούρτης, ούτε η διδασκαλία δασκαλοκεντρική, ούτε η παπαγαλία θα μπορέσει να εξυπηρετήσει πλέον διδάσκοντες και διδασκομένους.
Ας ανοίξει κάποτε σ' αυτό τον τόπο αυτή η συζήτηση για την παιδεία. Ας ακούσουμε ανθρώπους έξω από τα γρανάζια του εκπαιδευτικού συστήματος, με πνευματικό και κοινωνικό εκτόπισμα, να προτείνουν λύσεις που δεν μπόρεσαν να βρουν οι αρμόδιοι και υψηλά αμειβόμενοι πολιτικοί και διοικητικοί παράγοντες.
Ας αξιοποιήσουμε τους πνευματικούς ανθρώπους που ευτυχώς διαθέτει αυτός ο τόπος σε ικανοποιητικό αριθμό.
Η παιδεία έχει πιάσει πάτο και δεν έχουμε άλλο ρυμουλκό, για να τη φέρει στην επιφάνεια. Κι είναι το μόνο μέσο που έχουμε για να ταξιδέψουμε στους δύσκολους καιρούς που έρχονται.

Saturday, September 6, 2008

Καλά κρασιά!







Πάντα τα πηγαίναμε καλά μ' αυτό το θεό, από τότε που είχε εδώ το ναό του και για τρεις μέρες, λέει, το νερό γινόντανε κρασί στη βρύση του ναού κι όλοι έρχονταν για να ξεδιψάσουνε. Τον αφήσαμε χωρίς ναό, τον ξεσπιτώσαμε το δόλιο, αλλά όλο και μας έρχεται και μας ευλογάει. Σε πανηγύρια, σε γλέντια μέχρι το πρωί, στα χοιροσφάγια, στις απόκριες, γινόμαστε δικοί του θιασώτες, λες και δεν πέρασαν δυο χιλιάδες τόσα χρόνια εκθρονισμού του.
Αυτές τις μέρες όμως του τρύγου τον βλέπουμε να μας παρακολουθεί μέσα σε αμπέλια και πατήρια, να κλέβει μούστο απ' τα βαρέλια, να στολίζεται με κλαδιά και κατακάθια και να παίρνει στο κυνήγι καμιά πεταχτούλα νύμφη μέσα στο καταμεσήμερο.
Το κακό είναι ότι δεν βγήκε στις φωτογραφίες, ο ζαβολιάρης...

Monday, September 1, 2008

Το Δόλωμα και η...κάθαρση.


Ήταν το στέκι της γενιάς μας και της παρέας μας. Ένα μικρό μπαράκι, το Δόλωμα, κολλημένο πάνω στο εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, δίπλα στην ομώνυμη παραλία του Γιαλού. Ένα αμαρτωλό εκκλησάκι. Ένα αγιασμένο μπαράκι.
Στέγασε τις πιο όμορφες καλοκαιρινές βραδιές μας, για πάνω από 30 χρόνια. Στα πέτρινα τραπεζάκια του απιθώσαμε μαζί με τα ποτά μας, τις αγωνίες της νιότης μας, τους έρωτες, τις μεγάλες μας ουτοπίες. Χτίσαμε φιλίες πάνω στις άσπρες πεζούλες που ακόμα μας κρατάνε. Ακούσαμε μουσικές, είπαμε τραγούδια, που ακόμα μας προστατεύουν από το θόρυβο που πληθαίνει γύρω μας. Γελάσαμε, πολύ γελάσαμε, τόσο που γέμισαν οι τσέπες μας και μας φτάνει για τα επόμενα 100 σκυθρωπά χρόνια. Δίπλα στη σκοτεινή θάλασσα μπορέσαμε ακόμη και να ξεκλέψουμε χρόνο από την παρέα και το σαματά για λίγες κλεφτές συνευρέσεις με το υγρό σκοτάδι της, που καθρέφτιζε όσα δεν μπορούσαμε ή δεν θέλαμε να μοιραστούμε. Μας είδε να μεγαλώνουμε, να γαληνεύουμε κι ακόμα να βρισκόμαστε, ζευγαρωμένοι πια και κατασταλαγμένοι, μα κατά βάθος για πάντα κρυφοί νοσταλγοί της ίδιας ουτοπίας. Έστω με την ψευδαίσθηση μιας νιότης που δεν έλεγε να μας αφήσει, μιας εφηβείας που δεν λέγαμε να την αφήσουμε.
Μετά το αφήσαμε, μας άφησε;
Τι έγινε ακριβώς; Κάποιοι κατήγγειλαν την πλημμελή αποχέτευση, βρέθηκαν άλλα στέκια πιο...οικολογικά, πιο κοσμικά, λιγότερο επιρρεπή σε επιστροφές παντός τύπου;
Δεν θυμάμαι. Δικαιούμαι κι εγώ να ξεχνάω πότε πότε...
Πέρυσι, ο νυν δήμαρχος και ιδρυτικό μέλος της παρέας εκείνης έβαλε να το φτιάξουν, γιατί ανήκει στο δήμο, το έβαψαν, το στόλισαν και κάναμε ένα πάρτι να γιορτάσουμε την αναβίωση. Ήσυχο πάρτι, για ήσυχους και ντροπαλούς μεσήλικες. Μοιάζαμε να παίζουμε τους παλιούς εαυτούς μας και να μας έρχονται λίγο στενά τα κοστούμια. Είχαν έρθει καινούριοι φίλοι που έμοιαζαν να το απολαμβάνουν περισσότερο. Και τα παιδιά μας ενέσκηψαν με την παρέα τους να δουν πώς τη βρίσκουν οι γέροι τους και να πιουν και κανένα καθαρό ποτό τζάμπα. Οι φίλοι με τις ωραίες φωνές και τις κιθάρες μας κράτησαν όλους εκεί, μικρούς και μεγάλους, παλιούς και καινούριους.
Δεν το επαναλάβαμε. Δεν λειτούργησε ξανά.
Φέτος είχα σκοπό να το ψάξω το θέμα.
Πηγαίνοντας για το πρώτο μου μπάνιο εκεί, το βρήκα λεηλατημένο. Με πέτρες είχαν σπάσει όλα τα μικρά παραθυράκια της πρόσοψης. Τα άσπρα τραπεζάκια ήταν γεμάτα χώματα και πέτρες. Ο Δήμος έβαλε και κάρφωσαν τη τζαμαρία με κόντρα πλακέ. Το έκανε αποθήκη. Τέλος.
Είναι κι αυτός ένας τρόπος να καθαρίζεις με τη νοσταλγία και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Πετροβολώντας. Ευχαριστούμε, γνωστοί και άγνωστοι συντοπίτες μας, που μας παραδίδετε αθώους και αγέραστους, χωρίς μνήμη, στους καιρούς που έρχονται.
Eίμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. που λέει κι ο δικός μας ποιητής.